Τον κίνδυνο να καταργηθεί κάθε δυνατότητα του Δημοσίου να ασκεί έλεγχο και να προλαμβάνει πιθανή κατασπατάληση του ορυκτού πλούτου της χώρας δημιουργούν οι προτάσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας για τις διαδικασίες εγκρίσεων και αδειοδότησης της εξορυκτικής δραστηριότητας.
Η Παγκόσμια Τράπεζα έχει αναλάβει ως τεχνικός σύμβουλος να μελετήσει την υπάρχουσα κατάσταση, καθώς και τις διεθνείς πρακτικές, και να υποβάλλει πρόταση για την απλοποίηση της εγκριτικής διαδικασίας στον εξορυκτικό τομέα, στο πλαίσιο του Νόμου για την απλοποίηση των αδειοδοτήσεων.

Η απλοποίηση αποτελεί μνημονιακή υποχρέωση και πρέπει να έχει «κλειδώσει», για μεν τον λατομικό τομέα μέχρι το τέλος του χρόνου, για δε τον μεταλλευτικό τομέα μέχρι τον Μάρτιο του 2017.

Οι πληροφορίες ωστόσο για το περιεχόμενο της πρώτης πρότασης που έχει παρουσιάσει η Παγκόσμια Τράπεζα έχουν θορυβήσει, τόσο τους επιστήμονες του κλάδου, όσο και τις ίδιες τις επιχειρήσεις της Ελληνικής εξορυκτικής βιομηχανίας.

Η ανησυχία εστιάζεται στο γεγονός ότι, στο βωμό της εύλογης προσπάθειας να αρθούν τα γραφειοκρατικά εμπόδια και οι αγκυλώσεις, προτείνεται ένα μοντέλο ξένο προς τις ελληνικές ιδιαιτερότητες, το οποίο αφήνει απολύτως ανεξέλεγκτη μια δραστηριότητα για την οποία δεν υπάρχει η «πολυτέλεια» να διορθωθούν εκ των υστέρων τα όποια λάθη. «Μαζί με τα απόνερα πετάμε και το μωρό» όπως λέει χαρακτηριστικά στο news247 επιστήμονας του κλάδου…

Συγκεκριμένα, η πρόταση της Παγκόσμιας Τράπεζας προβλέπει την κατάργηση της άδειας εκμετάλλευσης, της άδειας ερευνών, αλλά και της εκ των προτέρων έγκρισης της Τεχνικής Μελέτης Εκμετάλλευσης, και την αντικατάστασή τους με απλή γνωστοποίηση ή δήλωση «αυτο-συμμόρφωσης» με τους υφιστάμενους κανονισμούς και με εν συνεχεία διενεργούμενους δειγματοληπτικούς ελέγχους.

Αντίθετα διατηρεί την εκ των προτέρων Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ). Ωστόσο, όπως επισημαίνουν παράγοντες του χώρου, οι ΑΕΠΟ στη χώρα μας περιορίζονται στη χωροθέτηση σε σχέση με περιβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές, στην εξέταση παραγόντων βλαπτικών προς το περιβάλλον, τα ύδατα, τον αέρα, το έδαφος, την πανίδα και τη χλωρίδα κλπ.

Αντίθετα, δεν καταπιάνονται με θέματα πολύ βασικά και αναγκαία όπως για παράδειγμα η κατά το δυνατόν ελαχιστοποίηση της επιφάνειας που καταλαμβάνει μια εκμετάλλευση, η απόκρυψη θέασης με κατάλληλο προσανατολισμό της εκσκαφής εκμετάλλευσης ώστε να αποφευχθούν τοπικά ευαίσθητες περιοχές, η αξιοποίηση των παραπροϊόντων ή υποπροϊόντων της παραγωγικής διαδικασίας κλπ.

Τέτοιες απαιτήσεις καλύπτονται από τις Τεχνικές Μελέτες, οι οποίες όμως καταργούνται. Το κυριότερο όμως είναι ότι μέσω των καταργούμενων Τεχνικών Μελετών, και μόνον, μπορεί να εξασφαλιστεί η ορθολογικής εξόρυξη – εκμετάλλευση και η βιώσιμη διαχείριση των διατιθέμενων ορυκτών πρώτων υλών της χώρας.

Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι σήμερα απαιτείται η ανάλυση σκοπιμότητας και ο ορθολογικός σχεδιασμός της εκμετάλλευσης ώστε αυτή να βασίζεται σε επαρκή και αξιόπιστα στοιχεία που έχουν προκύψει από την εκτέλεση ερευνητικών εργασιών (πχ. η εκτίμηση των αποθεμάτων) και ο συντονισμός των διαφόρων φάσεων εργασίας με σκοπό την αποδοτική χρήση των πόρων. Επίσης η ορθολογική επιμελητεία υλικών και ανθρώπινου δυναμικού, ώστε να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη παραγωγική ροή της εκμετάλλευσης με το μικρότερο δυνατό κόστος υλικών και ενέργειας.

«Το ρίσκο της κατάργησης έγκρισης των Τεχνικών Μελετών από την αρμόδια υπηρεσία του ΥΠΕΝ είναι η κατασπατάληση και τελικά η απώλεια των τόσο σημαντικών, σπάνιων και δημόσιας ωφελείας μη ανανεώσιμων πόρων», τονίζει ο κ. Πέτρος Τζαφέρης, Διευθυντής Ορυκτών Πρώτων Υλών του ΥΠΕΝ και διδάσκων στον Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Όπως εξηγεί ο ίδιος:

«Στις μελέτες αυτές εξετάζεται, για παράδειγμα, αν η εκμετάλλευση, περιορίζεται μόνο στα τμήματα του κοιτάσματος που συγκριτικά έχουν καλύτερη ποιότητα ή μπορούν να εξορυχθούν ευκολότερα και με καλύτερες συνθήκες. Αν διαπιστωθεί αυτό, από την αρμόδια υπηρεσία, επιτάσσεται η αλλαγή του τρόπου εκμετάλλευσης με στόχο την βέλτιστη αξιοποίηση του κοιτάσματος στα πλαίσια των αρχών της βιώσιμης και ισόρροπης ανάπτυξης.

Εξετάζεται και επιβάλλεται οι εργασίες να γίνονται με τρόπο ώστε, να μην καταστρέφονται τμήματα του κοιτάσματος που έχουν καταρχήν εμπορεύσιμη ποιότητα, να μην υποβαθμίζεται η ποιότητα του εξορυσσόμενου προϊόντος και να μην απορρίπτονται αξιόλογες ποσότητες χρήσιμων υλικών με τα στείρα, χωρίς να εξασφαλίζεται η δυνατότητα άμεσης ή και μελλοντικής απόληψής τους. Γενικότερα, μέσα από την συγκεκριμένη έγκριση της μελέτης διασφαλίζεται ότι έχει αποφευχθεί κάθε τρόπος κατασπατάλησης ή ευκαιριακής εκμετάλλευσης του κοιτάσματος, εξασφαλίζεται δηλαδή η βιωσιμότητα του μεταλλευτικού πόρου».

Το κρίσιμο είναι ότι, σε αντίθεση με άλλες δραστηριότητες, όπου και με έναν εκ των υστέρων δειγματοληπτικό έλεγχο μπορούν να διορθωθούν τα πιθανά προβλήματα, στην εξορυκτική δραστηριότητα αυτή η δυνατότητα δεν υπάρχει.«Ότι καταστράφηκε, καταστράφηκε, παρότι μιλάμε για εθνική περιουσία», όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά άλλος παράγοντας του κλάδου.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι αντιδράσεις ως προς την πρόταση της Παγκόσμιας Τράπεζας έχουν ήδη εγερθεί όχι μόνον σε επιστημονικό επίπεδο, αλλά και σε πολιτικό. Ωστόσο διαφαίνεται ότι δεν έχουν πείσει τα στελέχη του «τεχνικού συμβούλου» τα οποία προχωρούν στην εκπόνηση Σχεδίου Υπουργικής Απόφασης το οποίο θα παραδοθεί στους θεσμούς και στη συνέχεια θα αποτελέσει ένα από τα προαπαιτούμενα της επόμενης αξιολόγησης.

Του Θοδωρή Παναγούλη

πηγη


Loading...