Διονυσιακή λατρεία στην αρχαία Ελλάδα – Έκσταση,χορός και φύση

Ο Διόνυσος ήταν προπάντων θεός του κρασιού. Όμως κατά τους πρώτους χρόνους η εξουσία του απλώνονταν σ’ ολόκληρη τη φύση. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της λατρείας του είναι κάτι σαν εκστατικό παραλήρημα που κυριεύει τους πιστούς του, που φαντάζομαι μέσα στο μεθύσι τους πως και οι ίδιοι συμμετέχουν στη θεϊκή φύση του γιου της Σεμέλης και του Διός.

Ο Ευριπίδης λέει: «Ο Διόνυσος είναι θεός του γλεντιού, βασιλεύει στα συμπόσια ανάμεσα σε λουλουδένια στέφανα, ζωηρεύοντας τους χαρούμενους χορούς στον ήχο της φλογέρας. Γέλια τρελά προκαλεί και διώχνει τις μαύρες έγνοιες. Και στο τραπέζι των θεών, το νέκταρ του αυξάνει τη μακαριότητά τους κι αντλούν οι θνητοί από τη γελαστή του κύλικα τον ύπνο και ξεχνούν τα βάσανά τους».

Την ίδια ιδέα εκφράζει κι ο Πλάτωνας, όταν γράφει, «όμοιοι με τους Κορύβαντες, που χορεύουν μόνο σαν έξαλλοι είναι. Οι λυρικοί ποιητές δε βρίσκουν στη νηφαλιότητά τους ωραίους τους στίχους. Μέσα στην ψυχή τους πρέπει να μπουν η αρμονία και το μέτρο και να τη μεθύσουν. Οι Βάκχες, μονάχα μέσα στην παράκρουσή τους, από τα ποτάμια αντλούν το γάλα και το μέλι. Τελειώνει η δύναμή τους σαν και το παραλήρημά τους τελειώσει».

Ο Αριστοφάνης λέει στο θεό του κρασιού, «Διόνυσε κισσοστεφανωμένε, τις χορωδίες μας διεύθυνε. Σ’ εσένα απευθύνονται οι ύμνοι κι οι χοροί μας, ω Εύιε, ω Βρόμιε, ω της Σεμέλης γιε, ω συ Διόνυσε που σου αρέσει ν’ ανακατεύεσαι στις χορωδίες των Νυμφών τις τρισχαριτωμένες επάνω στα βουνά και που χορεύοντας δε σταματάς να τραγουδάς τον ιερό σου ύμνο «Εύιος, Εύιος».
Και γύρω σου αντιλαλεί του Κιθαιρώνα η ηχώ κι αναριγούν τα βουνά με τις φυλλωσιές τις μαύρες και τους πηχτούς τους ίσκιους, αναριγούν κι οι βράχοι μέσα στο δάσος».

Οι Σκύθες κατηγορούσαν τους Έλληνες ότι αναγνώριζαν για θεό τον Διόνυσο, που έκανε τους ανθρώπους να μαίνονται:

«Σκύθαι δὲ τοῦ βακχεύειν περὶ Ἕλλησι ὀνειδίζουσι’ οὐ γὰρ φασι εἰκὸς εἶναι θεὸν ἐξευρίσκειν τοῦτον ὅστις μαίνεσθαι ἐνάγει ἀνθρώπους»
(Ηρόδοτος Δ, 79,3).

Ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος μπορεί να αποδώσει τα μέγιστα των δυνατοτήτων του, μόνο μέσω μανίας σε δόση θεϊκά ρυθμισμένη:
«νῦν δὲ τὰ μέγιστα τῶν ἀγαθῶν ἡμῖν γίγνεται διὰ μανίας θείᾳ μέντοι δόσει διδομένης».

Δικαιολογεί δε τη φαινομενική αυτή παραδοξολογία του με το ότι η μανία είναι «θείο δώρο» και αναφέρει 4 τύπους «μανίας»: α) την προφητική (που εμπνέεται από τον Απόλλωνα), β) τη θρησκευτική (από τον Διόνυσο), γ) την ποιητική (από τις Μούσες) και δ) την ερωτική (από την Αφροδίτη και τον Έρωτα):

«Τῆς δὲ θείας (μανίας) τέτταρα μέρη διελόμενοι μαντικὴν μὲν ἐπίπνοιαν Ἀπόλλωνος θέντες, Διονύσου δὲ τελεστικὴν, Μουσῶν δ’ αὖ ποιητικὴν, τετάρτην δὲ Ἀφροδίτης καὶ Ἔρωτος, ἐρωτικὴν μανίαν».

Η Διονυσιακή «μανία» είναι ομαδική και μεταδοτική:

«…θιασεύεται ψυχάν, ἐν ὄρεσι βακχεύων ὁσίοις καθαρμοῖσιν» («Βάκχες», 75). Οι δυο τεχνικές του Διονύσου είναι το κρασί κι ο χορός` σκοπός του δε η «κάθαρσις» με την ψυχολογική σημασία. Η μανία του χορού κι η ομαδική υστερία οδηγεί κατευθείαν στην «κάθαρσιν», δηλαδή: στην απελευθέρωση του ανθρώπου. Κι ο Διόνυσος είναι ο «Ελευθέριος» και ο «Λύσιος» θεός (δηλαδή, ο Απελευθερωτής θεός, που κάνει τον άνθρωπο να πάψει για λίγο να είναι ο εαυτός του και να απολυτρωθεί).

Στην αρχαία κοινωνία, με τις γυναίκες αυστηρά περιορισμένες στην οικογενειακή τους ζωή χωρίς πολιτικές και κοινωνικές δραστηριότητες, οι Μαινάδες ή Βάκχες, οι παράφορες γυναίκες με την εξημμένη φαντασία και τα διεγερμένα νεύρα, φαντάζουν σαν όντα μυθικά.

Με θύρσους και λαμπάδες ακολουθούν τον αόρατο θεό και οδηγό τους, ψάλλοντας θρησκευτικούς ύμνους, χορεύοντας ξέφρενα και βγάζοντας άγριες κραυγές. Έτσι, με τη δύναμη του ξέφρενου χορού, την ομαδική υποβολή και την υστερία, γίνεται ο ποθητός διαχωρισμός της ψυχής από το σώμα και η ένωσή της με το θείο` η Διονυσιακή έκσταση πραγματώνει επιτέλους την πλήρη αλλοτρίωση της προσωπικότητας: «το εκτός εαυτού».

Αυτοί οι «οργιαστικοί» χοροί συνοδεύονταν από αντίστοιχη «οργιαστική» μουσική που την έπαιζαν «οργιαστικά» όργανα, όπως: τα τύμπανα, τα κύμβαλα, τα χάλκινα κρόταλα και ο φρυγικός αυλός:

«οὐκ ἐστιν αὐλὸς ἠθικὸν ἀλλὰ μᾶλλον ὀργιαστικὸν»
(Αριστοτέλης «Πολιτικά», 1341 α).

Έτσι, μέσα στους εκστατικούς τους χορούς οι Μαινάδες δεν καταλάβαιναν, όπως μας λέει κι ο Ευριπίδης («Βάκχες» 757) τη φωτιά που άναβε στα μαλλιά τους, χωρίς φυσικά να τις καίει

«ἐπὶ δὲ βοστρύχοις πῦρ ἔφερον, οὐδ’ ἔκαιεν»

γιατί, ως φαίνεται, πραγμάτωναν κατά βούλησιν, είτε μια ιδανική «υπέρβαση» είτε μια ομαδική υστερία με αναλγικές συνέπειες… Όπως κι αν είχαν τα πράγματα,

«ἔμφρονες δὲ οὖσαι οὐ» …
(Πλάτων «Ιων», 534 α).

Ιδιαιτέρως επίσης πρέπει να τονιστεί, ότι από τη λατρεία του Διονύσου γεννήθηκε το ελληνικό και το παγκόσμιο θέατρο, κάτι που μας επιτρέπει, και δικαίως, να θεωρούμε τον γιο του Δία και της Σεμέλης ως θεό της ποίησης και της μουσικής.

Διαβάστε:  Σείστηκε το Σύνταγμα με τους Πόντιους Ευζωνες (Φωτο – Βιντεο)

Σ’ αυτό άλλωστε συνηγορούν οι 2 τελευταίοι στίχοι (58-59) του Ομηρικού Ύμνου «στον Διόνυσο»

» Χαῖρε τέκος Σεμέλης εὐώπιδος` οὐδέ πη ἔστι σεῖό γε ληθόμενον γλυκερὴν κοσμῆσαι ἀοιδήν».

δηλαδή «Γεια σου παιδί της όμορφης Σεμέλης·..όποιος σε λησμονήσει δεν θα μπορέσει ούτε στιγμή γλυκόφθογγο τραγούδι να τονίσει».

Δίπλα στις Μαινάδες ως συμπλήρωμά τους στη συνοδεία του Διονύσου υπήρχαν όντα ειδικού χαρακτήρα, μισο-άνθρωποι και μισο-ζώα, οι Σάτυροι και οι Σειληνοί, που όντας στην αρχή ξεχωριστοί, κατέληξαν αργότερα να συγχέονται και να θεωρούνται όμοιοι. Είναι ιδιαίτερα γνωστοί από τις πολυάριθμες καλλιτεχνικές απεικονίσεις τους, παρά από λογοτεχνικές πηγές.
Η πατρίδα των Σάτυρων φαίνεται πως ήταν η Πελοπόννησος και ειδικότερα η Αρκαδία, που οι γεωργικοί της πληθυσμοί τους φαντάζονταν ως πνεύματα, δαίμονες που κατά προτίμηση διέμεναν στα δάση και τις κορυφές των βουνών. Τους έπλαθαν με τη φαντασία τους με κέρατα, μακριά ουρά και νύχια γαμψά ή νύχι δίχηλο στα πόδια, με αναλογίες πολλές με τράγους, ακόμα και στο λάγνο χαρακτήρα τους.

Οι Σειληνοί που κατάγονταν από τη Θράκη και τη Φρυγία ξεχώριζαν από τους Σάτυρους, μοιάζοντας πολύ με Κένταυρους. Είχαν αυτιά, ουρά, οπλές και κάποιες μάλιστα φορές και πόδια αλόγου. Παρουσιάζονταν με χαίτη και με ολόκληρο το κορμί τους τριχωτό.

Ο οργιαστικός χαρακτήρας της λατρείας του Διονύσου είναι ολοφάνερος. Η ύπαρξή του για τους πιστούς του είναι μια αδιάκοπη συνέχεια από θορυβώδικα γλέντια, που κατέληγαν σε όργια, όπου προπάντων έπαιρναν μέρος οι γυναίκες. Από όπου πέρναγε ο Διόνυσος, συνέβαιναν θαυμαστά φαινόμενα.

Πηγές κρασιού και νερού στο έδαφος κι από τα βράχια ανάβλυζαν κι από τα ποτάμια κυλούσε μέλι και γάλα. Κι ήταν τα κορφοβούνια αγαπημένος του τόπος διαμονής, όπου τελούνταν οι γιορτές του, κατά προτίμηση τη νύχτα.
Όμως ο ρόλος του Διονύσου δεν περιορίζεται στο να διώχνει θλίψεις και καημούς από τους ανθρώπους και να τους κάνει να ξεχνούν τις καθημερινές έγνοιες με τα χαρούμενα μεθύσια.

Ο Διόνυσος από άλλη άποψη ήταν και ο ευεργέτης της ανθρωπότητας. Τρέλαινε όσους ήταν αντίθετοι στη λατρεία του και δεν ήθελαν να συμμετάσχουν σ’ αυτή, από την άλλη όμως μεριά εξασφάλιζε την ησυχία και τη γαλήνη των πιστών του με τον πλούτο που χαρίζει η γεωργία.

Του απέδιδαν την εφεύρεση του αρότρου, όπου πρώτος αυτός έζεψε βόδια. Ο Διόνυσος, συνέβαλε στην ανάπτυξη του πολιτισμού -υποβοηθώντας την ύπαρξη αρμονικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων- και την καλή διοργάνωση πόλεων, όπου παρουσιάζεται ως υπερασπιστής των αδυνάτων ενάντια σε όσους τους καταπιέζουν. Από τη λατρεία του Διονύσου γεννήθηκε το ελληνικό θέατρο, πράγμα που μας επιτρέπει να θεωρήσουμε το γιο του Διός και της Σεμέλης θεό της ποίησης και της μουσικής.

Σ’ όλους σχεδόν τους μύθους, ο Διόνυσος παρουσιάζεται ανάμεσα σε μια θορυβώδικη ακολουθία, όπου οι Μαινάδες αποτελούν το θηλυκό στοιχείο και οι Σάτυροι, οι Σειληνοί και ο Πάνας το αρσενικό.
Οι Μαινάδες, που ονομάζονταν επίσης και Βάκχες, ήταν Νύμφες. Οι Νύμφες είχαν αναθρέψει τον Διόνυσο στο βουνό Νύσα. Έγιναν οι πιστές ακόλουθες και συντρόφισσες του θεού του αμπελιού και τις βλέπουμε να καταγίνονται πρόθυμα με τον τρύγο, μαζί με τους Σειληνούς συχνά. Εμψυχωμένες από τον Διόνυσο, από το πνεύμα του θεού, ρίχνονταν αναμαλλιασμένες σε τρελές ορμητικές και ακανόνιστες διαδρομές, σαν με πηδήματα ελαφίνας, που προσπαθεί να ξεφύγει από την καταδίωξη του κυνηγού. Βγάζουν δυνατές κραυγές, χτυπώντας κρόταλα σαν μανιασμένες.

Στεφανωμένες με κληματόφυλλα ή με κισσό, φορούσαν, όπως ο Διόνυσος, νεβρίδα, φόρεμα ελαφρό που δεν θα τις εμπόδιζε να παραδίνονται στο χορό, το αγαπημένο τους γλέντι. Πολύ συχνά τις συνόδευαν ζώα. Γίδες, ελάφια, πάνθηρες, λιοντάρια, έχοντας κάποιες φορές στα χέρια τους και φίδια. Όπως ο ίδιος ο Διόνυσος κρατούν κι αυτές το θύρσο, που τον στολίζουν με κισσό ή και με κληματόφυλλα.

Ο τύπος των Μαινάδων με την επίδραση των ξένων στοιχείων είχε υποστεί βαθιές μεταβολές, καθώς οι τροποποιήσεις αυτές προερχόμενες από τα ξένα στοιχεία προπάντων της Φρυγίας και της Λυδίας είχαν επηρεάσει και τη λατρεία του Διονύσου. Γίνονταν ολοένα και πιο θορυβώδικες, η φρενίτιδα και το παραλήρημά τους συνοδεύονται από κύμβαλα, ντέφια και λυδικόν αυλό.

Οι χοροί τους παίρνουν σχεδόν άγριο χαρακτήρα, που τρομάζει τους ασυνήθιστους σ’ αυτά πληθυσμούς. Γι’ αυτό τους κάνουν πολλές φορές κακή υποδοχή, καθώς φαίνεται από τους μύθους του Πενθέα, του Λυκούργου και των Μινυάδων.

Ο Διόνυσος τιμωρούσε τους εχθρούς της λατρείας του, μεταδίδοντάς τους την ίδια φρενίτιδα που έπιανε τις Μαινάδες και σπρώχνοντάς τους σε πράξεις αλλόφρονες κι εξωφρενικές.
Μάλιστα η μανία των Μαινάδων δεν γνώριζε όρια. Ξεσκίζανε ζώα και έτρωγαν ωμές τις σάρκες τους. Δεν γλίτωναν μήτε οι άνθρωποι από τη φονική τους παράκρουση όπως στον μύθο του Ορφέα που τον κατασπάραξαν οι Βάκχες, οι μαινόμενες.

Loading...