Κύπρος 1974: «Θα σκοτώσεις αυτούς τους γκιαούρηδες άπιστους θερίζοντάς τους»

Τούρκοι στρατιώτες στον Πενταδάκτυλο τον Ιούλιο του 1974. Φωτογραφία αρχείο τουρκικού στρατού

Σενέρ Λεβέντ: Όλα αυτά έγιναν κατά τη διάρκεια της δικής μας ζωής

Του ΣΕΝΕΡ ΛΕΒΕΝΤ

Ένας από τους βασικούς ήρωες της θηριωδίας που συντελέστηκε στην Κύπρο το 1974 ήταν ο ταγματάρχης Εσάτ Οκτάι Γιλντιράν. Ο Εσάτ Οκτάι, ο οποίος ήταν ανθυπολοχαγός κατά τη διάρκεια της κόλασης της Κύπρου και προήχθη σε ταγματάρχη αργότερα κατά το φασιστικό πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου, είχε διοριστεί ως διευθυντής των Φυλακών του Ντιγιάρμπακιρ. Είχε κάνει στους ευρισκόμενους στις φυλακές βασανιστήρια με μιαν πλήρη θηριωδία.

Διηγείτο κομπάζοντας στους εκεί κρατούμενους τα όσα έκανε στην Κύπρο. Καυχιόταν λέγοντας «κρέμασα, έσφαξα, έκανα κομμάτια τους Ελληνοκύπριους εκεί». Διάβασα τα όσα διηγήθηκε κάποιος από την Τουρκία ονόματι Χαλίλ, ο οποίος ήταν μάρτυρας της εδώ θηριωδίας του. Είναι τρομακτικές οι αναμνήσεις αυτές που περιέχονται στο βιβλίο του εκ Τουρκίας συγγραφέα Ριζά Τσοπλάν. Ο Χαλίλ είχε έρθει στην Κύπρο πριν το 1974. Ήταν επιπλοποιός και είχε δύο Ελληνοκύπριους φίλους που έκαναν την ίδια δουλειά στην Κερύνεια. Πήραν κοντά τους και τον Χαλίλ ως λαξευτή επίπλων. Ο Χαλίλ διηγείται τα εξής για το πρωί της 20ής Ιουλίου:

«Όταν άρχισε να βάλλεται η Κερύνεια από τη θάλασσα, κατεβήκαμε με τους δύο συνέταιρούς μου στο υπόγειο του εργαστηρίου. Εκείνοι δεν μπορούσαν να βγουν έξω και να πάνε στο σπίτι τους. Στο σκοτάδι του υπογείου ακούγαμε τα πυροβόλα και τις βόμβες. Κάποτε ακούγονταν και οι συνομιλίες των στρατιωτών και φωνές λέγοντας Αλλάχ-Αλλάχ. Ήρθαν τα μεσάνυχτα. Οι τρεις μας περιμέναμε με φόβο στο υπόγειο. Είχαν σταματήσει οι πυροβολισμοί. Οι δύο μου συνέταιροι, Γιάννης και Γιώργος, είπαν το εξής: «Εμείς θα δοκιμάσουμε την τύχη μας Χαλίλ. Θα πάμε σπίτι να πάρουμε τα παιδιά μας και ύστερα θα δοκιμάσουμε να περάσουμε στη Λεμεσό ή στον ελληνοκυπριακό τομέα της Λευκωσίας».

Με φίλησαν, με αποχαιρέτησαν και βγήκαν έξω. Μετά από δέκα λεπτά κτύπησε η πόρτα του υπογείου. Φοβήθηκα πολύ. Μια φωνή απ’ έξω μου είπε «άνοιξε την πόρτα Χαλίλ, είμαι ο Γιώργος». Μόλις μπήκε μέσα, τον ρώτησα γιατί επέστρεψε. «Ξέχασα να σου δώσω χρήματα, κρατώ δέκα λίρες στην τσέπη, πάρε τις πέντε», μου είπε. Πέρασα εκεί το βράδυ. Μόλις ξημέρωσε πήρα το άσπρο μου φανελάκι, βγήκα έξω και φώναξα με όλη μου τη δύναμη στους στρατιώτες που βρίσκονταν εκεί: «Μην με πυροβολήσετε, είμαι Τούρκος, είμαι Τούρκος». Ένας αξιωματικός και μερικοί στρατιώτες με ρώτησαν το ονοματεπώνυμό μου και ποιος ήμουν. «Ξέρεις ελληνικά;» με ρώτησε ο αξιωματικός. Όταν του απάντησα ότι ξέρω, μου είπε «τότε έλα μαζί μου».

Μπήκαμε στον κήπο ενός σπιτιού. Και τι να δω. Οι δύο μου συνέταιροι, Γιώργος και Γιάννης, αλυσοδεμένοι μαζί με άλλους εννιά Ελληνοκύπριους, στέκονταν όρθιοι. Μόλις τους είδα, γκρεμίστηκε ο κόσμος μου, σάστισα μην ξέροντας τι να πω και τι να κάνω. Ο ανθυπολοχαγός Εσάτ Οκτάι πήρε το όπλο Thomson από έναν στρατιώτη και μου το έδωσε. Και με σκληρό ύφος μου είπε: «Θα σκοτώσεις αυτούς τους γκιαούρηδες άπιστους θερίζοντάς τους». Αφήνοντας το όπλο κάτω στο έδαφος, του είπα: «Όχι κύριε, δεν σκοτώνω άνθρωπο. Τι φταίνε αυτοί οι άνθρωποι και θα τους σκοτώσω. Επιπλέον, οι δύο από αυτούς είναι φίλοι μου, συνέταιροί μου».

Έγινε έξαλλος ο ανθυπολοχαγός. «Σε διατάζω ρε, γαϊδούρι, δεν έχεις τουρκικό αίμα εσύ;» φώναξε. Κατόπιν τούτου έτρεξα αμέσως, μπήκα ανάμεσα στους 11 Ελληνοκύπριους αιχμάλωτους και είπα: «Τότε σκοτώστε και εμένα μαζί τους». Ο ανθυπολοχαγός με πήρε από το χέρι, με χαστούκισε και αρπάζοντας το Thomson σκότωσε γαζώνοντας τους 11 Ελληνοκύπριους μπροστά στα μάτια μου.

Και ύστερα, μου είπε «έλα μαζί μου ρε γιε της σκύλας» και με οδήγησε σε ένα άλλο μέρος. Εκεί υπήρχε ένας αιχμάλωτος Έλληνας αξιωματικός με στολή. Ο ανθυπολοχαγός, μου είπε: «Ρώτησέ τον. Αν τον αφήσουμε ελεύθερο, θα τεθεί ξανά αντιμέτωπος μαζί μας και θα μας πολεμήσει;». Ρώτησα τον Έλληνα αξιωματικό με τα ελληνικά που ήξερα. Είπε το εξής: «Αν με πιάσουν αιχμάλωτο χίλιες φορές και με αφήσουν ελεύθερο, κάθε φορά θα στέκομαι απέναντί τους και θα τους πολεμώ». Κατόπιν τούτου, ο ανθυπολοχαγός έβγαλε το σπαθί του από τη μέση του και άρχισε να χτυπά με όλη του τη δύναμη τον Έλληνα αξιωματικό στον λαιμό. Κόπηκε το κεφάλι του, έπεσε στο έδαφος και κύλησε. Και το κορμί του βασανίστηκε και σωριάστηκε στο έδαφος».

Υπάρχουν και εκείνα που διηγήθηκε κάποιος ονόματι Αχμέτ. Ήταν και ο ίδιος υπαξιωματικός το 1974, λέει. Πρόσεχε τους Ελληνοκύπριους αιχμαλώτους σε ένα χωριό. Κρατούσε περίπου 80 αιχμαλώτους, γυναίκες και παιδιά. Κάθε μέρα τους έπαιρνε γάλα και φαγητό, λέει. Οι αιχμάλωτοι ήταν ευχαριστημένοι μαζί του, λέει. Μάλιστα, λέει, κάποιοι από αυτούς του έδωσαν τα κλειδιά του σπιτιού τους και του έλεγαν: «Πήγαινε Αχμέτ, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και φέρε μας εκείνο και τούτο». Μια μέρα ήρθε ένας ανθυπολοχαγός, λέει, πήρε τα 80 άτομα, τις γυναίκες και τα παιδιά, και έφυγε. Και εκείνος τους σκότωσε γαζώνοντάς τους με αυτόματο όπλο, λέει. Είδε με τα μάτια του, λέει, πώς βιάστηκε ένα κοριτσάκι Ελληνοκύπρια 7 χρόνων και μετά δολοφονήθηκε.

Τι θηριωδία είναι αυτή. Και όλα αυτά συνέβησαν εδώ. Στη δική μας χώρα. Στη δική μας πατρίδα. Συνέβησαν κατά τη διάρκεια της δικής μας ζωής. Κανείς δεν μπορεί να συγχωρεθεί σε αυτό το νησί!

Ακολουθήστε το Hellasnow στο twitter

ΠΗΓΗ: ΑΒΡΟΥΠΑ, ΠΟΛΙΤΗΣ