Ὁ Γρηγόριος Δικαῖος γεννήθηκε στήν Πολιανή τῆς Μεσσηνίας τό 1788.

Γιός τοῦ Δημητρίου καί τῆς Κωνσταντίνας τό γένος Ἀνδροναίων, ἦταν ὁ πιό ἀτίθασος, ἀσυμβίβαστος, ἀνυπάκουος καί ἀλόγιστος ἀπό τά 27 ἀδέλφια του. Τά πρῶτα του γράμματα τά ἔμαθε ἀπό ἕναν καλόγερο καί στή συνέχεια φοίτησε στή σχολή τῆς Δημητσάνας. Χειροτονήθηκε καλόγερος τό 1816 στό μοναστήρι τῆς Παναγίτσας τῆς Βελανιδιᾶς, κοντά στήν Καλαμάτα.

Ὅταν ἦρθε σέ φιλονικία μέ τόν ἐπίσκοπο Μονεμβασίας, κατέφυγε στό μοναστήρι τῆς Ρεκίτσας, στά σύνορα Μυστρᾶ καί Λεονταρίου. Κοντά στή μονή ὑπῆρχαν τά κτήματα ἑνός Τούρκου τσιφλικά τοῦ Χουσεΐν – ἀγά, ὁ ὁποῖος μετέφερε διαρκῶς τά ὅριά του μέσα στά κτήματα τῆς μονῆς τῆς Ρεκίτσας. Ὁ Παπαφλέσσας, μέ ἕνα τέχνασμα, θάβοντας κάρβουνα μέσα στά κτήματα τοῦ Τούρκου ἀγά, ἐξαπάτησε τούς Τούρκους κατῆδες πού ἦρθαν νά λύσουν τίς ἐδαφικές διαφορές καί αὐτοί ἔδωσαν δίκαιο στούς μοναχούς. Ὁ ἀγάς λύσσαξε ἀπό τό κακό του καί κυνήγησε τόν Παπαφλέσσα μέ σκοπό νά τόν σκοτώσει, ἀναγκάζοντας τόν νά διαφύγει στήν Ζάκυνθο καί ἀπό ἐκεῖ στήν Κωνσταντινούπολη.

«Βρέ κερατάδες τοῦρκοι νά πᾶτε πίσω εἰς τόν ἀφέντη σας τόν κερατά, νά τοῦ εἰπῆτε, ὅτι ἐγώ φεύγω διά τήν Πόλιν καί δέν θά γυρίσω πίσω ἁπλούς καλόγηρος. Ἤ δεσπότης θά ἔλθω ἤ πασάς.»
Βίος τοῦ Παπᾶ Φλέσα, ὑπό Φωτάκου, Ἐν Ἀθήναις 1868

Στήν Κωνσταντινούπολη γνώρισε τόν Μητροπολίτη Δέρκων Γρηγόριο, καταγόμενο ἀπό τή Ζουμπάτα Πατρῶν καί τόν Παναγιώτη Ἀναγνωστόπουλο ἀπό τήν Ἀνδρίτσαινα, ὁ ὁποῖος τόν μύησε στή Φιλική Ἑταιρεία. Ἀργότερα ὁ Παπαφλέσσας ἀπείλησε τόν Ἀναγνωστόπουλο μέ μαχαίρι γιά νά τοῦ ἀποκαλύψει τήν Ἀνωτάτη Ἀρχή, ὅπως καί ἔγινε. Ὁ Ἀναγνωστόπουλος τοῦ εἶπε ὅτι δέν ὑπάρχει καμμία μεγάλη δύναμη πίσω ἀπό τήν Ἑταιρεία καί ὅτι μόνοι τους οἱ Ρωμιοί, χωρίς ξένη βοήθεια πρέπει νά ἀγωνιστοῦν γιά τήν ἐλευθερία τοῦ Γένους. Ἀκούραστος ὁ “Μπουρλοτιέρης τῶν ψυχῶν” διέτρεξε τίς Ἡγεμονίες, συνάντησε τόν Ὑψηλάντη στό Ἰσμαήλιον Βεσσαραβίας, ἐνθουσιάστηκε, πίστεψε στόν Ἀγῶνα καί γύριζε ἀπό σπίτι σέ σπίτι, ἀπό πόλη σέ πόλη, κατηχώντας νέα μέλη καί ξεσηκώνοντας τούς ραγιάδες ἐναντίον τοῦ προαιώνιου ἐχθροῦ του Γένους.

Ὁ ἈλέξανδροςὙψηλάντης τοῦ ἀνέθεσε νά κηρύξει τήν ἐπανάσταση στό Μοριά καί τοῦ ἔδωσε 90.000 γρόσια γιά νά καλύψει τά ἔξοδά του. Ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος τόν ἐφοδίασε μέ χαρτιά πού τόν παρουσίαζαν σάν Πατριαρχικό Ἔξαρχο, γιά νά ξεγελάει τίς τουρκικές ἀρχές καί πέρασε στό Ἀϊβαλί, ὅπου φόρτωσε πλοῖο μέ πολεμοφόδια καί τό ἔστειλε στή Μάνη, ἐνῶ ὁ ἴδιος πῆγε στήν Ὕδρα καί στίς Σπέτσες. Ἀπό ἐκεῖ ἀποβιβάστηκε στό Ναύπλιο καί τέλος Ἰανουαρίου ἔφτασε στή Βοστίτσα (Αἴγιο).

Ἡ ἄφιξις τοῦ Παπαφλέσσα στό Μοριά θορύβησε τούς προεστούς καί τούς μητροπολῖτες, οἱ ὁποῖοι δέν συμφωνοῦσαν μέ τόν ἀπερίσκεπτο τρόπο δράσης τοῦ “διαβολόπαπα”. Ὁ Δεσπότης Γερμανός, ὁ Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ἀλλά καί οἱ Δεληγιανναῖοι, ἦταν ἰδιαιτέρως ἐχθρικοί ἀπέναντι στόν Δικαῖο καί ἤθελαν ἀκόμα καί νά τόν δολοφονήσουν γιά νά μήν ἐπαναληφθεῖ ἡ αἱματοχυσία τῶν ὀρλωφικῶν. Ὁ Παπαφλέσσας τό ἤξερε αὐτό καί παντοῦ πήγαινε συνοδεία μέ τόν ἀδελφό του Νικήτα καί μέ ἄλλους ἐνόπλους.

Στήν περίφημη σύσκεψη τῆς Βοστίτσας πού ἔγινε στό ἀρχοντικό του Λόντου, στίς 26 Ἰανουαρίου 1821, ὁ Παπαφλέσσας εἶχε νά ἀντιμετωπίσει μεταξύ ἄλλων τούς Ἀσημάκη Ζαΐμη, Ἀνδρέα Ζαΐμη, Σωτήρη Χαραλάμπη, Ἀσημάκη Φωτήλα, Πανάγο Δεληγιάννη, Ἀνδρέα Λόντο, Σωτήρη Θεοχαρόπουλο, Ἰωάννη Παπαδιαμαντόπουλο, Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανό, Προκόπιο ἐπίσκοπο Κερνίκης, Γερμανό Χριστιανουπόλεως καί τόν Πρωτοσύγκελλο Φραντζῆ. Ἅπαντες διαφώνησαν μέ τόν Παπαφλέσσα καί ζήτησαν ἀναβολή τῆς ἐπαναστάσεως μέχρι νά κινηθεῖ ἡ Ρωσία ἤ μέχρι νά φτάσει ὁ Ὑψηλάντης μέ τούς στρατιῶτες του. Ὁ Χαραλάμπης ἀκόμα τόν ρωτοῦσε ποιός θά ἀναλάμβανε νά κυβερνήσει τούς Ἕλληνες ὅταν θά ἔφευγαν οἱ Τοῦρκοι!

«Θ’ἀφήσω στήν ἄκρη τίς βρισιές σας. Χτύπησαν πάνω στούς τοίχους τοῦ πλούσιου ὀντά καί γυρίσανε πάλι σέ σᾶς, εἶναι δικές σας. Μή σᾶς περάσει ὅμως ἀπ’ τόν νοῦ πώς δέν καταλαβαίνω ποῦθε ξεκινᾶνε τά φερσίματά σας. Τρέμετε τά τομάρια σας, καί γιά τήν καλοπέρασή σας, ὄχι γιά τό Ἔθνος. Φοβόσαστε μή χάσετε τό χουζούρι σας, τίς τούρκικες πλάτες. Ἄν λογαριάσει τό Ἔθνος τά κουτοπόνηρα ρωτήματα πού ἀραδιάσατε αἰώνια ραγιάδες θά’ ναι. Κατάρα στά κεφάλια σας. Ὁ κοσμάκης θά μάθη τοῦτα τά φερσίματά σας, ἀφήνω πού σᾶς ξέρει ἀπ’ τήν καλή, γιατί τοῦ ‘χετε τοῦ λόγου σας ἀργάσει τό τομάρι του, πιό πολύ κι ἀπό τούς Τούρκους. Τσιμπούρια καί βδέλλες! Ὅσο γιά μένα οἱ ἐντολές πού πῆρα εἶναι ἱερές. Θά κάνω αὐτό πού μου ὁρίσανε, τό θέλετε ἤ δέν τό θέλετε. Ἐγώ θά κινήσω τήν ἐπανάσταση κι ἀλλοίμονο σέ ὅποιον βροῦν οἱ Τοῦρκοι ξαρμάτωτο.»

Παπαφλέσσας πρός προεστούς καί δεσποτάδες

Ἀντίστοιχη μέ τῆς Βοστίτσας σύσκεψη, ἔγινε καί στήν Ἁγία Μαῦρα (Λευκάδα), στό σπίτι τοῦ φιλικοῦ Ἰωάννη Ζαμπέλιου. Ἐκεῖ συμμετεῖχαν Ρουμελιῶτες κυρίως ὁπλαρχηγοί: Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος, Γεώργιος Τσόγκας, Γεώργιος Βαρνακιώτης, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Δημήτριος Μακρῆς, Νικόλαος Στουρνάρης, Κοντογιάννης, Πανουργιᾶς, ὁ Μανιάτης Κυριακούλης Μαυρομιχάλης καί ὁ Ὑδραῖος Γιακουμάκης Τομπάζης. Ἡ εἴδηση γιά ἔναρξη τῆς ἐπαναστάσεως στίς 25 Μαρτίου 1821, ἔγινε δεκτή μέ ἐνθουσιασμό ἀπό τούς ψυχωμένους Κλέφτες καί Ἁρματολούς, σέ ἀντίθεση μέ τούς πλούσιους προεστούς καί προύχοντες τοῦ Μοριά.

Στήν Πελοπόννησο, ὁ Παπαφλέσσας, ἀπογοητευμένος, ἔφθασε στήν ἐπαρχία Καλαβρύτων καί συνάντησε τόν ταχυδρόμο καί μέλος τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας, Νικόλαο Σολιώτη.

«Εἰς Καλάβρυτα ἠντάμωσε τόν Νικόλαον Χριστοδούλου, τόν καί Σολιώτη ἐπονομασθέντα, εὖρεν αὐτόν κατηχημένον καί ἠτοιμασμένον καθ’ ὅλα, ἔξυπνον καί ἐπιδέξιον, πνέοντα ἐκδίκησιν κατά τῶν Τούρκων καί ἐνθουσιάζοντα τόν Φλέσαν νά κάμη ἀρχήν εἰς ἐκεῖνα τά μέρη, διά νά ἐνοχοποιηθῆ ὁλόκληρος ἡ Ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων καί οὕτω νά κοποῦν αἱ σχέσεις τῶν Τούρκων καί τῶν Ἑλλήνων.

Ἦλθεν εἰς Λαγκάδια τῆς ἐπαρχίας Καρυταίνης, ἐκεῖ εὗρε τούς ἀδελφούς Παπαγιαννοπούλους, τούς νῦν Δεληγιανναίους καλουμένους, οὗτοι δέ ὅλοι εἶπον πρός αὐτόν νά ἀναβάλλουν ἀκόμη τόν καιρόν μέχρι τῆς προσδιωρισμένης ἡμέρας καί δείξαντες τό αἷμα τοῦ πατρός των πρός τόν Φλέσαν τοῦ εἶπον: “Βλέπεις τό αἷμα τοῦ πατρός μας, ὅπου εἶναι εἰς τόν τοῖχον τῆς οἰκίας, ζητᾶ ἐκδίκησιν“. Ἔπειτα δέ τοῦ διηγήθησαν τό ἱστορικόν ὅτι οἱ Τοῦρκοι τόν ἀπεκεφάλισαν κατά τό ἔτος 1816, εἰς γῆρας βαθύτατον, ἐπάνω εἰς τήν κλίνην του, ὅτι τό αἷμα του ἐχύθη καί ἔχρισε τόν τοῖχον καί ὅτι φυλάττεται ἀπό τούς υἱούς του ὡς ἱερά ἐνθύμησις δι’ ἐκδίκησιν.»
Βίος τοῦ Παπᾶ Φλέσα, ὑπό Φωτάκου, Ἐν Ἀθήναις 1868
Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ πόλεμος πού εἶχε ξεκινήσει ὁ Ἀλή πασάς τῶν Ἰωαννίνων μέ τόν σουλτάνο, ἦταν ἕνα ἰσχυρό πλεονέκτημα γιά τούς ραγιάδες τοῦ Μοριά καί τῆς Ρούμελης, διότι ὁ αὐτοκρατορικός στρατός, βρισκόταν ἀπασχολημένος στήν Ἤπειρο. Μάλιστα, ὁ τρομερός καί ἰκανώτατος στρατηγός Μεχμέτ Χουρσίτ πασάς, πού εἶχε διοριστεῖ Μόρα Βαλεσή, ἐγκατέλειψε τήν Τριπολιτσᾶ (5 Ἰανουαρίου 1821), γιά νά ἀναλάβει τήν ἐκστρατεία κατά τοῦ ἀποστάτη Ἀλῆ. Ἦταν τόσο ἀνυποψίαστος γιά τήν διάθεση τῶν ραγιάδων νά ξεσηκωθοῦν, πού ἄφησε στήν πρωτεύουσά του, μαζί μέ τίς σκλάβες γυναῖκες του καί τούς θησαυρούς του.

«Ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις ἐγενικεύθη καί ηὐδοκίμησε δι’ ἄλλους προσέτι καί πρακτικωτέρους λόγους. Ὁ ἐμφύλιος μεταξύ Μαχμούτη καί Ἀλῆ πασά ἀγών προεκάλεσε τήν ἀπό τοῦ Ἰανουαρίου μηνός ἀναχώρησιν εἰς τό πεδίον ἐκεῖνο τῆς μάχης τοῦ Χουρσίτ πασᾶ, ἡ δέ Πελοπόννησος ἁπαλλαγεῖσα τοῦ ρέκτου (δραστήριου) τούτου καί ἐμπείρου πολεμίου ἠδυνήθη εὐχερέστερον νά ἐπιληφθῆ τοῦ ἔργου. Πλήν τούτου ἡ στάσις τοῦ Ἀλῆ ἀπησχόλησε δι’ ὅλου του ἔτους 1821 τάς πλείστας τῶν τουρκικῶν δυνάμεων τῆς Ρούμελης, οἱ Σουλιῶτες ἠδυνήθησαν νά ἀνακτήσωσι τήν πατρίδα αὐτῶν, ἡ ἀνατολική Ἑλλάς δέν ἐβράδυνε νά παρακολουθήση τό παράδειγμα τῆς Πελοποννήσου, ἐάν δέ ἡ δυτική ἐδίστασεν ἐπί τίνα χρόνον, περί τά μέσα ὅμως τοῦ ἔτους, ὄτε οἱ Σουλιῶται ἤρχισαν παρενοχλοῦντες τό στρατόπεδον τοῦ Χουρσίτη, ἐκινήθησαν πᾶσαι αἱ πρός μεσημβρίαν αὐτῶν μέχρι Μεσολογγίου χῶραι.»

Κωνσταντῖνος Παπαρρηγόπουλος

Ἰδιαίτερη ἀναφορά πρέπει νά γίνει γιά τούς Σουλιῶτες, οἱ ὁποῖοι ἐπιστρέφοντας στήν Ἤπειρο, συνέβαλαν τά μέγιστα στήν ἐπιτυχία τοῦ Ἀγῶνα γιά τήν Ἀνεξαρτησία. Ὁ ἡρωϊκός λαός τῶν Σουλιωτῶν, πού εἶχε καταφύγει στά Ἑπτάνησα μετά τήν ἥττα τοῦ 1803 ἀπό τόν Ἀλή, ἐπανέκτησε τήν πατρίδα του τόν Δεκέμβριο τοῦ 1820. Ὁ Ἀλή πασάς, μέ τά ὄνειρά του γιά ἀνεξάρτητο κράτος καί μέ τήν τεράστια δύναμη καί τόν πλοῦτο πού εἶχε συγκεντρώσει, θεωρήθηκε ἀποστάτης ἀπό τόν σουλτάνο Μαχμούτ, ὁ ὁποῖος ἀνέθεσε ἀρχικά στόν Ἰσμαήλ Πασόμπεη καί ἀργότερα στόν στρατηγό Χουρσίτ τήν ἀποστολή τῆς ἐξόντωσης τοῦ Ἀλβανοῦ πασᾶ.

Οἱ Σουλιῶτες, παίζοντας ἕνα τέλειο διπλωματικό παιχνίδι τόσο μέ τό σουλτανικό στρατόπεδο, ὅσο καί μέ τό στρατόπεδο τοῦ ἀποστάτη Ἀλῆ, κατόρθωσαν μέ ψεύτικες ὑποσχέσεις στούς δύο ἀντιπάλους, νά πάρουν πίσω τό Σούλι μέ ὅλη τήν γύρω περιοχή τῶν ἑξήντα χωριῶν καί τό ὀχυρό τῆς Κιάφας. Τούς Λιάπηδες καί τούς Τσάμηδες συμμάχους τοῦ Ἰσμαήλ πασᾶ, πού εἶχαν καταλάβει τίς κατοικίες τους, τούς νίκησαν, καί ἡ 12η Δεκεμβρίου 1820, ἡμέρα πού τό Σούλι ἀπελευθερωνόταν, μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς ἡμέρα ἔναρξης τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως στήν Ἤπειρο.

«Εἰσελθών ὁ Περραιβός εἰς τό Σούλιον, ἐξωμολογήθη τόν μέγαν σκοπόν τοῦ ἔθνους καί τάς ὁποίας σταθεράς ἐλπίδας τρέφει πρός αὐτούς. Ἡ κατά τάς ἰονικάς νήσους εἰκοσαετής συναναστροφή μετ’ αὐτῶν τοῦ Περραιβοῦ, ἡ συγγένεια, ὁμόνοια καί ὑπόληψις ὑπερίσχυσαν εἰς τάς ψυχάς τῶν Σουλιωτῶν. Τό ἑξῆς γράμμα τοῦ Ἀλεξάνδρου Ὑψηλάντη τούς ἔμβασεν εἰς φιλοτιμίαν καί ἅμιλλαν ὑπέρ τῶν κοινῶν συμφερόντων.

“Ἀνδρεῖοι ἀρχηγοί τῶν ἑλληνικῶν στρατευμάτων. Ἐγγίζει πλέον ὁ καιρός, τόν ὁποῖον τοσούτους αἰώνας ἐπροσμέναμεν. Ἡ προσκλητική σάλπιγξ τῆς πατρίδος ἐντός ὄλιγου μέλλει νά ἠχήση. Διά τοῦτο σας στέλλω τόν ἀνδρεῖον καί γενναῖον Περραιβόν. Αὐτός θέλει σας ἐξηγήσει τούς σκοπούς μου καί σᾶς δώσει τάς διαταγάς μου. Δείξατε εἰς ὅλον τόν κόσμον, ὅτι τῷ ὄντι εἶσθε ἀπόγονοι τῶν λαμπρῶν ἡρώων τοῦ Μαραθῶνος καί τῶν Θερμοπυλῶν καί ὅτι καταφρονεῖτε καί σεῖς τόν θάνατον ὡς καί ἐκεῖνοι. Ἡ δέ εὐγνώμων πατρίς θέλει ἀνταμείψει τάς ἀνδραγαθίας σας μέ τάς πλουσίας της δωρεάς, δόξαν, εὐγένειαν, τιμάς καί ἀξιώματα.”

Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης, Τῇ 7η Ὀκτωβρίου 1820, Ἰσμαήλιον»

Ἀπομνημονεύματα Χριστοφόρου Περραιβοῦ, Ἀθῆναι 1836

Μέ τήν ἀπασχόληση πολυάριθμου τουρκικοῦ στρατοῦ στήν Ἤπειρο ἡ ἐπανάσταση μποροῦσε νά ξεκινήσει μέ καλές προοπτικές στήν Πελοπόννησο. Ἡ φωτιά θά ἄναβε τόν Μάρτιο στή Μάνη, τήν Καλαμάτα, τά Καλάβρυτα, τήν Πάτρα, τή Βοστίτσα (Αἴγιο) καί θά ἔκαιγε τούς Τούρκους κατακτητές σέ ὁλόκληρο τόν Μοριά. Τό Ἔθνος θά ξυπνοῦσε ἀπό τό λήθαργο τῶν αἰώνων καί θά ἔπαιρνε ἐκδίκηση γιά τούς σφαγμένους προγόνους του καί τά κλεμμένα ἐδάφη.

«Προϊόντος δέ τοῦ Μαρτίου, ἐπέστη καί ἡ κλητή ἡμέρα τῆς 25 αὐτοῦ, καί τό κήρυγμα τῆς ἐπαναστάσεως διεσαλπίσθη καί ἐκ Πελοποννήσου, καί μέχρι τέλους τοῦ μηνός αὐτοῦ ἠκούσθη πανταχοῦ, ὡς εἴρηται. Τότε δή τότε καί τό τουρκικό ξίφος ὑψωθέν κατεφέρετο μανιωδῶς πανταχοῦ τοῦ κράτους κατά τῶν ἑλληνιζόντων Χριστιανῶν καί ὄσω ἡ ἐπανάστασις ἐλάμβανε διαστάσεις μείζονας, τόσω μείζων καί τήν Ὑψηλή Πύλην κατελάμβανε μανία πρός σφαγάς. Οὕτως ὅμως ἤ ἄλλως, ἡ ἐπανάστασις ἐν Πελοποννήσῳ ἐγενικεύθη κατά τήν προορισθεῖσαν 25 Μαρτίου 1821 ἄν καί εὐρίσκετο ἔτι πεπεδημένη εἰς τά σπάργανά της καί ἀπό πολλάς ἐλλείψεις καί δυσχερείας περικυκλωμένη.»

Ἱστορικά περί τῆς Ἑλληνικῆς Παλιγγενεσίας, Μιχαήλ Οἰκονόμου, γραμματικός του Κολοκοτρώνη

«Ὁ Χουρσίτ, διορισθείς ἡγεμών τῆς Πελοποννήσου ἦλθε διά θαλάσσης εἰς Ναύπλιον, ἐπειδή δέ ἔφερε καί ἁμάξας ἔγεινε φροντίς νά ἐξομαλυνθῆ ἡ ἄγουσα εἰς Τριπολιτσάν ὁδός. Ἀλλά τήν νύκτα ἔπεσε τόσο ραγδαία βροχή, ὥστε μία τῶν ἁμαξῶν του ἐκόλλησε καί ἐμπόδισε τήν πρόοδο ὅλης της συνοδίας. Ὁ Χουρσήδης ὑπολαβών ἔνοχον τόν ἡνίοχον τόν ἐπιστόλισεν (πυροβόλησε) αὐτοχειρί ἀνεξετάστως.

Ἐξ αἰτίας πεσούσης καί αὔθις τήν νύκτα ραγδαίας βροχῆς τινές ἀγωγιᾶται ἔφυγαν κρυφίως ἐγκαταλείψαντες τά ζῶα τῆς ἐπαρχίας των καί μεταπεμψάμενος αὐθωρεί τόν ἐν Τριπολιτσᾷ ἀνθηγεμόνα Μουσταφάμπεην τόν διέταξε νά ἀποκεφαλίση εὐθύς τόν προεστώτα τοῦ Ἁγίου Πέτρου, Γιαννούλην Καραμάνο, διά τήν φυγήν τῶν ἀγωγιατῶν τῆς ἐπαρχίας του.

Εἰσελθών δέ ὁ Χουρσήδης εἰς τό παλάτιόν του ἠθέλησε νά ἐπισκεφθῆ τούς εἰς χρῆσιν τῶν αὐλικῶν του θαλάμους, μή παρευρεθέντος δέ κατά τύχην τοῦ κλειδούχου καί μετ’ ὀλίγον ἐλθόντος διέταξε νά τοῦ σπάσωσι τούς ἐμπροσθινούς ὀδόντας. Τοιαῦτα θηρία ἐστέλλοντο νά διοικήσωσι τούς ἀθλίους Ἕλληνας!»

Ἑλληνική Ἐπανάστασις, Σπυρίδων Τρικούπης

«Μάνα, σοῦ λέω δέν μπορῶ τούς Τούρκους νά δουλεύω,

δέν ἠμπορῶ, δέν δύναμαι, ἐμάλλιασε ἡ καρδιά μου,

θά πάρω τό τουφέκι μου νά πά’ νά γένω κλέφτης,

νά λημεριάζω στά βουνά καί σταίς ψηλαίς ραχούλαις.

νάχω τόν οὐρανό σκεπή, τούς βράχους γιά κρεβάτι.

*******************

Εὐχήσου μέ, μανούλα μου, Τούρκους πολλούς νά σφάξω,

καί φύτεψε τριανταφυλλιά καί μαῦρο καρυοφύλλι,

καί πότιζε τά ζάχαρι καί πότιζε τά μόσχο.

Κι ὅσο πού ἀνθίζουν μάνα μου, καί βγάνουνε λουλούδια,

ὁ γιός σου δέν ἀπέθανε μον’ πολεμάει τούς Τούρκους.

*******************

Μά μιάν αὐγή ἀνοιξιάτικη μιά πρώτη του Μαΐου,

τό καρυφύλλι ἐστέναξε, ἡ τριανταφυλλιά δακρύζει

Ακολουθήστε το Hellasnow στο twitter

μέ μιᾶς ξεράθηκαν τά δύο κι ἐπέσαν τά λουλούδια,

μαζί μ’ αὐτά σωριάστηκε κ’ ἡ δόλια ἡ μανούλα.»

Κλέφτικο – Φιλαδελφεύς Ἀλέξανδρος

Αποσπάσματα από το τετράτομο έργο του Φωτίου Σταυρίδη «1821 – Η απάντηση στην “τηλεόραση”»



Loading...