Νικηταράς: Πέθανε φτωχός, άστεγος και ξεχασμένος..

12/05/1849 πέθανε ο θρύλος του ’21 Νικηταράς. Φτωχός, άστεγος, τυφλός, άγνωστος και ξεχασμένος ζητιάνος στον Πειραιά!

Ένας από τους πιο γνωστούς και γενναίους ήρωες του 1821 ήταν αναμφίβολα ο Νικηταράς, γνωστός ως «Τουρκοφάγος». Τίμιος και ανιδιοτελής, από την αρχή της επανάστασης βρισκόταν πάντα στην πρώτη γραμμή στο πλευρό του θείου του, Κολοκοτρώνη.

Στη μάχη στα Δερβενάκια μάλιστα η ορμητικότητα του ήταν τόσο μεγάλη που έσπασε τρία σπαθιά ενώ το τέταρτο κόλλησε στο χέρι του, καθώς έπαθε αγκύλωση και χρειάστηκε ιατρική βοήθεια για να ανοίξει. Σ’ αυτήν τη μάχη του κόλλησαν το προσωνύμιο «Τουρκοφάγος», διότι όπως τον αντίκρισαν μέσα στα αίματα, έμοιαζε με σαρκοφάγο ζώο. Όταν τελείωσε η μάχη, οι πολεμιστές άρχισαν να μοιράζουν τα λάφυρα.

Αναζήτησαν τον στρατηγό τους, τον Νικηταρά. Αυτός είχε αποτραβηχτεί να ξεκουραστεί. Τον ρώτησαν τι θέλει κι αυτός τους είπε: «Δεν θέλω τίποτα. Θέλω να δω την πατρίδα μου λεύτερη». Με το ζόρι του χάρισαν ένα άλογο μεγαλόσωμο και ένα σπαθί. …

Μετά την απελευθέρωση άρχισαν οι περιπέτειες του. Συνελήφθη δύο φορές και το 1839 φυλακίστηκε μετά από κατηγορία για συμμετοχή σε συνωμοσία κατά του βασιλιά Όθωνα….

Μια Παρασκευή, Δεκέμβριος του 1841. Ένας γέρος, σκυφτός, ρακένδυτος και καταπονημένος, στέκεται σε μια γωνιά του Πειραιά. Εκεί όπου σήμερα δεσπόζει ο ιερός ναός της Ευαγγελίστριας. Έχει το χέρι απλωμένο και ζητά ελεημοσύνη. Κάποιος τον πλησιάζει και αυτός αντιλαμβανόμενος πως δεν πρόκειται για κάποιον συνηθισμένο περαστικό, μαζεύει το χέρι του.

-«Τι κάνεις στρατηγέ μου;», λέει ο ξένος στον ζητιάνο.
-«Απολαμβάνω την ελεύθερη πατρίδα μου», απαντά ο γέρος.
-«Μα εδώ την απολαμβάνετε; Καθισμένος στο δρόμο;», συνέχισε ο ξένος.
– «Η πατρίδα μου μου έχει χορηγήσει σύνταξη για να περνώ καλά. Αλλά έρχομαι εδώ για να παίρνω μία ιδέα πώς περνά ο κόσμος που για τη λευτεριά του πολέμησα», αποκρίθηκε και πάλι περήφανα ο ζητιάνος.

Ο ξένος φεύγοντας, άφησε να του πέσει χάμω ένα πουγκί με νομίσματα. Δεν ήθελε να τα δώσει απευθείας στον ηλικιωμένο, που αν και προσωρινά επαίτης, παρέμενε παντοτινά περήφανος. Αυτός, κατάλαβε την κίνηση του ξένου και του φώναξε: «Σου έπεσε το πουγκί σου. Είναι επικίνδυνη περιοχή εδώ, μάζεψέ το μην το χάσεις».

Ο ξένος αυτός ήταν ο ρώσος πρεσβευτής. Ο επαίτης δεν ήταν άλλος από τον Νικήτα Σταματελόπουλο. Οι πράξεις του τον έκαναν γνωστό ως Νικηταρά και η ιστορία του απέδωσε το προσωνύμιο «ο Τουρκοφάγος».

Ένας από τους πρωτεργάτες του απελευθερωτικού αγώνα ενάντια στον οθωμανικό ζυγό, ο Νικηταράς συμμετείχε όπου του έκανε νεύμα η πατρίδα: Με τον Κολοκοτρώνη (ο οποίος ήταν θείος του, έχοντας παντρευτεί την αδερφή της μητέρας του), με τον Παπαφλέσσα, με τον Ανδρούτσο, με τον Καραΐσκάκη, με τον Μακρυγιάννη.

Στην Καλαμάτα, στην Τριπολιτσά, στα Δολιανά, στα Δερβενάκια, στο Βαλτέτσι. Και κυρίως στο Βαλτέτσι: Εκεί όπου με 200 ομοεθνείς του στέκεται απέναντι σε 6000 Τούρκους. Εκεί είναι που τους καταφέρνει ανυπολόγιστες ζημιές, εκεί είναι που παίρνει ως παράσημο το παρανόμι που το φέρει άξια μέχρι το τέλος της ζωής του…

Μια φορά μόνο, είπε να στείλει μετά τη μάχη ένα μικρό δέμα στη γυναίκα του, την Αγγελική κι εκείνη όταν το είδε περίμενε να δει μέσα κάτι πολύτιμο, που θα μπορούσε να το πουλήσει έτσι ώστε να ζήσει τα παιδιά τους. Μέσα, όμως, βρήκε μια ξύλινη ταμπακιέρα και το εξής σημείωμα: «Τα παλικάρια μου ύστερα από τη μάχη με έδωκαν ένα σπαθί με φιλντισένια λαβή κι αυτή την ταμπακιέρα.

Το σπαθί το έστειλα στους Υδραίους για να αρματώσουν τα καράβια τους και την ταμπακιέρα σε σένα, γιατί μετά την πατρίδα εσύ είσαι η αγάπη μου»

ΞΕΝΟΔΟΥΛΟΙ – ΞΕΝΟΒΟΥΛΟΙ ΣΤΑ ΗΝΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ



Loading...