To άρθρο αυτό γράφτηκε με αφορμή πρόσφατο δημοσίευμα που αναφέρει ότι η κυβέρνηση του Μαρόκου ήρθε σε συμφωνία με την κυβέρνηση του Καναδά για την προμήθεια αριθμού πυργίσκων ηλεκτροοπτικών της WESCAM για τον εξοπλισμό των 13 οπλισμένων μη επανδρωμένων αεροσκαφών τύπου Bayraktar TB2 που θα αποκτηθούν από την Τουρκία, μαζί με τα όπλα τους. Η είδηση, ανεξαρτήτως από το εάν είναι έγκυρη η όχι, φανερώνει ότι η παραγωγή του ΤΒ2 και των όπλων δεν θα σταματήσει λόγω του καναδικού εμπάργκο. Η οποιουδήποτε εμπάργκο. Και αυτό είναι άλλο ένα μεγάλο πρόβλημα για την Ελλάδα…

Tου Στέργιου Δ. Θεοφανίδη

Η πρώτη εναλλακτική που έχουν στη διάθεσή του οι Τούρκοι, είναι ο εξοπλισμός των Bayraktar, ή των Anka ή των Akinci μέσω τρίτων (ενδιάμεσων…) πηγών. Δεν είναι κάτι καινούριο αυτό που γράφουμε. Όλος ο κόσμος γνωρίζει ότι κρίσιμα συστήματα και απάρτια, μπορούν να αποκτηθούν μέσω χωρών (και εταιρειών…) που δεν υπόκεινται σε κανένα εξαγωγικό περιορισμό.

Η δεύτερη φυσικά εναλλακτική λύση, είναι η αντικατάσταση των συστημάτων και απαρτίων που υπόκεινται σε εξαγωγικούς περιορισμούς, από άλλα αντίστοιχων δυνατοτήτων και προδιαγραφών διαστάσεων, βάρους και τροφοδοσίας σε ηλεκτρική ενέργεια. Για το σκοπό αυτό μπορούν να απευθυνθούν στη Νότια Κορέα ή στην Κίνα. Η ASELSAN όμως, όπως διατείνονται οι Τούρκοι, έχει ήδη αναπτύξει τον πυργίσκο CATS (Common Aperture Targeting System) με τις ίδιες, ή παρεμφερείς δυνατότητες.

Οι Καναδοί τα γνωρίζουν όλα αυτά και για αυτό άλλωστε αδειοδότησαν την εξαγωγή των πυργίσκων της WESCAM προς το Μαρόκο. Παράλληλα, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί εύλογα κανείς πως είναι δυνατόν να παρεμποδιστεί έτσι η παραγωγή των τουρκικών ΤΒ2 και ποιό το πραγματικό (αν υπάρχει…) νόημα του καναδικού εμπάργκο, αλλά αυτό είναι μία άλλη -θλιβερή- ιστορία.

Σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του ακήρυχτου και πολλαπλών μορφών υβριδικού πολέμου που διεξάγει εναντίον της η Τουρκία, βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο, πολύ μεγάλο πρόβλημα. Αυτό της προστασίας των συνόρων της, των ενόπλων της δυνάμεων και των πολιτών της από τις υπερπτήσεις των τουρκικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Πρόβλημα στο οποίο δεν έχει δώσει καμία λύση, καθώς έχει περιοριστεί απλά στο να προβάλλει τα πλεονεκτήματα (!) της ελληνοαμερικανικής αμυντικής συμφωνίας (MDCA).

Πρόσφατα κάναμε θέμα την υπέρπτηση τουρκικού ΤΒ2 πάνω από την Ορεστιάδα στον Έβρο και γιατί δείχνει ότι οι Τούρκοι δεν φαίνεται να προβληματίζονται -πόσο μάλλον να φοβούνται- από την παρουσία των αμερικανικών δυνάμεων στο ελληνικό έδαφος. Είτε η υπέρπτηση αυτή έγινε, είτε δεν έγινε, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι τέτοια περιστατικά είναι πολύ συχνά πλέον. Και τον Έβρο και στο Ανατολικό Αιγαίο.

Πέραν όλων των άλλων δε που μας καταλογίστηκαν, κάποιοι έσπευσαν να επισημάνουν ότι αυτές οι υπερπτήσεις δεν έχουν κανένα πρακτικό όφελος για την τουρκική πλευρά. Ουδέν αναληθέστερον τούτου, απαντάμε… Μία απλή ματιά στις δυνατότητες του πυργίσκου ηλεκτροοπτικών WESCAM MX-15D με τον οποίο είναι εξοπλισμένα τα TB2, καθώς και στο επιχειρησιακό τους ιστορικό, αρκεί για να πείσει ότι η ελληνική πλευρά επιβάλλεται να μην αφήσει κανένα περιθώριο παρερμηνειών στην Τουρκία…

  Οι «τρύπες» που άφησε στην Άμυνα η κρίση! - Που έμεινε πίσω το Στράτευμα

Η Ελλάδα με άλλα λόγια οφείλει να προστατέψει τα σύνορά της και τις ένοπλες δυνάμεις της όπως προαναφέραμε. Και ο μόνος τρόπος για να το κάνει αυτό είναι να καταρρίπτει τα τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη που παραβιάζουν τον εναέριο χώρο της. Τελεία και παύλα. Τα ΤΒ2 και ΑΝΚΑ έχουν τη δυνατότητα παρακολούθησης κάθε δραστηριότητας στο έδαφος για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ουσιαστικά σε 24ωρη βάση.

Κινήσεις δυνάμεων, διεξαγωγή ασκήσεων, ενέργειες αναδιάταξης δυνάμεων, κινήσεις μονάδων του Λιμενικού Σώματος στη θάλασσα, καθώς και της FRONTEX και του Πολεμικού Ναυτικού, καταγράφονται σε καθημερινή βάση και από τα τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη στο πλαίσιο μίας μόνιμης προσπάθειας όχι απλά αμφισβήτησης αλλά έμπρακτης ΑΚΥΡΩΣΗΣ των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Οι τρόποι αντιμετώπισης των τουρκικών ΤΒ2 και γενικά των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, είναι συγκεκριμένοι. Χρήση αντιαεροπορικών πυραυλικών συστημάτων μικρής και μέσης ακτίνας (ανάλογα με το ύψος πτήσης…), καθώς και επανδρωμένων αεροσκαφών οπλισμένων με πυροβόλα, πυραύλους αέρος – αέρος και καθοδηγούμενες μέσω λέιζερ ρουκέτες APKWS. Εναλλακτικά αναπτύσσονται και μη επανδρωμένα αεροσκάφη με τη μορφή Loitering Munitions, με ικανότητα καταστροφής (UAV).

Kάθε ένας από τους τρόπους αυτούς έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες. Ο εγκλωβισμός για παράδειγμα και η εκτόξευση αντιαεροπορικών πυραύλων με σκοπό την κατάρριψη των τουρκικών ΤΒ2, είναι ο πλέον άμεσος και ίσως οικονομικότερος τρόπος ανάσχεσης της απειλής. Ιδίως στην περιοχή του Έβρου όπου είναι δεδομένο ότι σε περίπτωση υπέρπτησης, τα συντρίμμια των τουρκικών UAV μετά την καταστροφή τους θα καταλήξουν σε ελληνικό έδαφος.

Κάτι που αποτελεί αδιάσειστο αποδεικτικό στοιχείο παραβίασης εναέριου χώρου και κατασκοπείας (με χαρακτηριστικότερη την περίπτωση Francis Gary Powers με την κατάρριψη του U-2 που πετούσε πάνω από την ΕΣΣΔ την 1η Μαΐου 1960), όπως έχουμε ήδη επισημάνει. Μοναδικά μειονεκτήματα είναι η ανάγκη άμεσης απομάκρυνσης της εναέριας κυκλοφορίας στην περιοχή για ευνόητους λόγους σε συνδυασμό με τη στοχοποίηση και την ταυτοποίηση με απόλυτη βεβαιότητα.

Αν όλα αυτά έχουν κάποιο βαθμό δυσκολίας στον Έβρο και απαιτούν μικρούς χρόνους αντίδρασης, στο ανατολικό Αιγαίο από το βορειότερο μέχρι και το νοτιότερο τμήμα του, ο βαθμός δυσκολίας αυξάνεται κατακόρυφα. Και αυτό ακριβώς εκμεταλλεύονται και οι Τούρκοι. Τα τουρκικά UAV πετούν σε διεθνή εναέριο χώρο (εκτός των 10 ναυτικών μιλίων από τις ακτές των νησιών) και εύκολα, για μικρά χρονικά διαστήματα εισέρχονται σε ελληνικό εναέριο χώρο, πετώντας “μέσα” στην εναέρια κυκλοφορία.

Εισέρχονται δηλαδή είτε σε τερματικές περιοχές αεροδρομίων, είτε σε αεροδιαδρόμους χρησιμοποιώντας την κυκλοφορία πολιτικών αεροσκαφών ώς κάλυψη. Και εδώ είναι που εμφανίζεται η ανάγκη διάθεσης αεροσκαφών για τον ασφαλή εντοπισμό, την ταυτοποίηση και την κατάρριψη των τουρκικών UAV. Και όταν λέμε αεροσκαφών, εννοούμε οπλισμένων αεροπλάνων και ελικοπτέρων.

  Απόβαση των Πεζοναυτών της «32ης ΤΑΞ-ΠΖΝ του D-4» …Κάτω από τη μύτη των Τούρκων

Ένα από τα όπλα που έχει πλέον στη διάθεσή της η ελληνική πλευρά και μπορεί να αξιοποιήσει εναντίον των τουρκικών UAV είναι οι καθοδηγούμενες μέσω ακτινοβολίας λέιζερ ρουκέτες Hydra (AGR-20A Advanced Precision Kill Weapon System – APKWS). Στο όπλο αυτό και στην αποτελεσματικότητά του στο συγκεκριμένο ρόλο είχαμε αναλυτικά αναφερθεί σε παλιότερο αφιέρωμα.

Γράφαμε τότε με αφορμή την επιτυχή δοκιμή κατάρριψης ιπτάμενου στόχου από APKWS που εκτοξεύθηκε από μαχητικό F-16, ότι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του όπλου αυτού σε σχέση με τους πυραύλους αέρος – αέρος, είναι το ασύγκριτα χαμηλότερο κόστος του. Η κατάρριψη ενός τουρκικού UAV με ΑΙΜ-120D ΑΜRAAM θα κοστίσει 1,1 εκατ. δολάρια περίπου, ενώ με έναν ΑΙΜ-9X θα κοστίσει 400.000 δολάρια κατά προσέγγιση. Με μία ρουκέτα APKWS το κόστος θα κατέβει στα 20.000 δολάρια με βάση αμερικανικές πάντα πηγές!

Το κόστος επομένως είναι ο σημαντικότερος παράγοντας αξιοποίησης τέτοιων όπλων εναντίον των τουρκικών UAV. Δεν μας απασχολεί επομένως σε τόσο μεγάλο βαθμό το αν θα απογειώσουμε μαχητικά F-16 για την κατάρριψη των τουρκικών TB2 Bayraktar, όσο μας απασχολεί το να χρησιμοποιήσουμε τα κατάλληλα όπλα για το σκοπό αυτό.

Και αυτός είναι άλλος ένας λόγος για την επιμονή μας στον εκσυγχρονισμό των F-16C/D Block 50 που θα συνδυαστεί και από την προμήθεια ατρακτιδίων στοχοποίησης SNIPER. Γιατί χωρίς αυτά δεν μπορεί να γίνει κατάδειξη του στόχου με ακτινοβολία λέιζερ, προκειμένου η ρουκέτα APKWS να τον εγκλωβίσει και να τον καταστρέψει.

Φυσικά οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις διαθέτουν αεροσκάφη εξοπλισμένα με καταδείκτες λέιζερ που αποτελούν κομμάτι των συστημάτων στοχοποίησης που φέρουν. Το μεγάλο μειονέκτημα των αεροσκαφών αυτών εντοπίζεται στο ότι είναι ελικόπτερα.

Πρόκειται για τα Aegean Hawk (και τα MH-60R σε λίγο…) του Πολεμικού Ναυτικού, τα Apache και των δύο εκδόσεων της Αεροπορίας Στρατού, καθώς και τα OH-58D Kiowa. Το σύνολο αυτών των τύπων μπορεί να εξοπλιστεί με ρουκέτες APKWS και να τις αξιοποιήσει ώς καθοδηγούμενο όπλο όχι μόνο εναντίον επίγειων και στόχων επιφανείας, αλλά και ιπτάμενων.

Το μειονέκτημα που προαναφέραμε εντοπίζεται στο ότι οι επιδόσεις ταχύτητας, ύψους πτήσης και βαθμού ανόδου που έχουν, δεν επιτρέπουν την αναχαίτιση UAV που πετούν σε μέσα και μεγάλα ύψη. Επί της ουσίας μόνο τα Apache μπορούν υπό προϋποθέσεις να πλήξουν UAV που πετούν στο επίπεδο των 10.000 ποδών.

Ακολουθήστε το Hellasnow στο twitter

Σε καθαρά επιχειρησιακό επίπεδο επομένως είναι αναγκαία η προμήθεια όσο το δυνατόν μεγαλύτερου αριθμού καθοδηγούμενων ρουκετών APKWS για πολλούς λόγους. Όπως είναι αναγκαία και η επανενεργοποίηση ενός τύπου αεροσκάφους που η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει και μπορεί να μετατρέψει σε πραγματικό φονέα UAV των κατηγοριών HALE και ΜALE.

defence-point.gr



Loading...