Η ονομασία Βάραγγοι (στην αρχαία Νορβηγική Vaeringjar) προέρχεται από τη Νορβηγική λέξη var, που σημαίνει λόγος τιμής, κοινός όρκος. Η ετυμολόγηση αυτή θεωρείται ότι συνδέεται με τις πληθυσμιακές ομάδες Σκανδιναυικής καταγωγής – ως επί το πλείστον Σουηδών – που διείσδυσαν αρχικά στις περιοχές της Βαλτικής και αργότερα στο εσωτερικό της Ρωσίας.

Οι ομάδες αυτές περιελάμβαναν Βίκινγκ πολεμιστές και εμπόρους (η διάκριση δεν ήταν πάντοτε σαφής), οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι τον ρου των μεγάλων ποταμών επέκτειναν την πολιτική και οικονομική τους ισχύ στη Ρωσική ενδοχώρα.

Οι συντονισμένες αυτές ενέργειές τους και η συνεργασία τους δημιούργησε το όνομα Βάραγγοι. Οι Βάραγγοι ήταν επίσης γνωστοί ως Ρως, αφού έτσι τους ονόμαζαν οι γειτονικοί Φίννοι (από τη Φιννική λέξη ruotsi = κωπηλάτες). Υπήρχε μάλιστα επαρχία στη Σουηδία που ονομαζόταν Ρωσλάγκεν (Roslagen = περιοχή των Ρως). Οι Βάραγγοι σύντομα κυριάρχησαν επί του Σλαβικού πληθυσμού της Ρωσίας και έδωσαν το όνομά τους στη χώρα που κατέκτησαν. Η μετακίνηση αυτή των Βαράγγων τοποθετείται χρονολογικά στις αρχές της Μεσαιωνικής περιόδου, περί τον 6ο – 7ο αιώνα μ.Χ.

Οι Βάραγγοι είναι το όνομα που δόθηκε από τους Βυζαντινούς και τους ανατολικούς Σλάβους στον λαό των Βίκινγκ που κατευθύνθηκε ανατολικά. Έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Ρωσίας αφού μεταξύ 9ου και 12ου αιώνα δημιούργησαν και εξουσίαζαν το πρώτο Μεσαιωνικό κράτος των Ρως και συγκρότησαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορική φρουρά με σημαντική ισχύ μέχρι τον 13ο αιώνα. Ο ρόλος των Βαράγγων στη Ρωσική ιστορία υπήρξε τόσο κομβικός, που ακόμα και το όνομα «Ρωσία» είναι Βαραγγικό και όχι Σλαβικό. Ασχολούνταν κυρίως με τον πόλεμο (ως μισθοφόροι), την πειρατεία και το εμπόριο.

Αρχικά ο χαρακτήρας των Βαράγγων ήταν πολεμικός, όπως των Βίκινγκ συγγενών τους. Κατοικούσαν στα εδάφη της σημερινής Δανίας και Σουηδίας, χωρίς να αναπτύξουν αξιόλογο πολιτισμό. Στο ιστορικό προσκήνιο εμφανίζονται κατά τα μέσα του 8ου αιώνα μ.Χ., όταν άρχισαν να μετακινούνται προς τα ανατολικά και τα νοτιοανατολικά ιδρύοντας τις δικές τους πόλεις πάνω στις εμπορικές οδούς του Δνείπερου και του Βόλγα. Σύμφωνα με την παράδοση οι Βάραγγοι προσκλήθηκαν στη Ρωσία, συγκεκριμένα στην ηγεμονία του Νόβγκοροντ, από τους ιδίους τους Σλάβους, για να αποκρούσουν τις επανειλημμένες επιδρομές των Φίννων.

Λαός εγνωσμένης πολεμικής αρετής οι Βάραγγοι έδιωξαν τελικά τους Φίννους. Ο ηγεμόνας τους Ρούρικ διαπίστωσε σύντομα την αδυναμία του τοπικού Σλαβικού πληθυσμού και με τη στρατιωτική του ισχύ επιβλήθηκε ως ηγεμόνας του Νόβγκοροντ το 862. Άλλες ομάδες Βαράγγων έπλευσαν στον Δνείπερο έως το Κίεβο, το οποίο και κατέκτησαν το 864. Οι χρονολογίες αυτές παραδίδονται από το «Ρωσικό Χρονικό». Γενικά, πάντως, φαίνεται ότι η ουσιαστική κατάκτηση της Ρωσίας είχε συντελεστεί αρκετά νωρίτερα και τα αναφερόμενα αυτά γεγονότα ήταν απλώς η οριστικοποίηση μίας προγενέστερης κατάστασης.

Με καταγωγή τις Σκανδιναβικές χώρες, κυρίως τη Σουηδία, τη Νορβηγία, και αργότερα την Ισλανδία και την Αγγλία, οι άνδρες της Βαράγγιας Φρουράς, του επίλεκτου σώματος του Βυζαντινού Αυτοκρατορικού στρατού κατά τον 10ο, τον 11ο και τον 12ο αιώνα, διαδραμάτισαν έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η λέξη Βαράγγοι ετυμολογείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι είναι απλώς μια Βυζαντινή παραλλαγή της λέξης «Φράκγοι», αλλά το πιθανότερο είναι ότι προέρχεται από τις αρχαίες Νορδικές λέξεις «var», δηλαδή ορκίζομαι , και gengi, δηλαδή σύντροφοι, δύο λέξεις που θα μπορούσαμε να αποδώσουμε μαζί με την Ελληνική λέξη αδελφοποιητοί. Ως ιδρυτές της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, αλλά και ως αφοσιωμένοι μισθοφόροι των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων, έμειναν στην ιστορία για τη γενναιότητά τους, το πολεμικό τους φρόνημα, αλλά και τη βαρβαρική τους συμπεριφορά.

Αν και οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι οι Βαράγγοι κατάγονταν αρχικά από τις Σκανδιναβικές χώρες, και κυρίως την περιοχή της Σουηδίας γύρω από τη λίμνη Μέλερ, υπάρχουν και αρκετοί μελετητές, κυρίως Ρώσοι, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι αυτοί ήταν κυρίως Σλαβικής καταγωγής. Σε κάθε περίπτωση, η πρώτη αναφορά στους Βαράγγους ή Βάριαγκς, όπως ονομάζονταν στα Σλαβικά, προέρχεται από το λεγόμενο Αρχικό Ρωσικό Χρονικό, ένα χειρόγραφο με την ιστορία των Ρώσων ή Ρως του Κιέβου από το 850 ως το 1110, γραμμένο από κάποιον μοναχό Νέστορα περί το 1113:

«Οι Λίακ (Πολωνοί), οι Πρώσοι και οι Τσουντ (πρόγονοι των Φινλανδών και των Εσθονών) ζουν γύρω από την Βαράγγια Θάλασσα (Βαλτική). Οι Βαράγγοι κατοικούν επίσης στις ακτές της ίδιας θάλασσας, και επεκτείνονται ανατολικά μέχρι το μερδικό του Σημ (εννοεί το γιο του Νώε, ο οποίος κληρονόμησε σύμφωνα με την παράδοση την Ασία). Γιατί κι αυτοί ζουν στα δυτικά, πλάι σε αυτή την θάλασσα, μέχρι τις χώρες των Άγγλων και των Γάλλων. Κι αυτό, επειδή και τα ακόλουθα έθνη αποτελούν μέρος της φυλής του Ιάφεθ (του γιου του Νώε που κληρονόμησε την Ευρώπη): Οι Βαράγγοι, οι Σουηδοί, οι Νορμανδοί, οι Γκοτλάνδιοι, οι Ρώσοι, οι Άγγλοι, οι Ισπανοί, οι Ιταλοί, οι Ρωμαίοι, οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Βενετοί, οι Γενοβέζοι και άλλοι».

Το ίδιο χρονικό αναφέρει ότι αν και οι λαοί της σημερινής Ουκρανίας πλήρωναν φόρο υποτελείας στους Βαράγγους, τελικά κατάφεραν να τους εκδιώξουν και να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους. Σύντομα όμως, το 6370 από κτίσεως κόσμου (δηλαδή το 862 μ.Χ.), οι έριδες μεταξύ των τοπικών φυλών ήταν τόσο μεγάλες ώστε αποφάσισαν να καλέσουν και πάλι τους ισχυρούς Βαράγγους για να τους κυβερνήσουν. Πέρασαν λοιπόν τη θάλασσα, και πήγαν να βρουν τους Βαράγγους Ρως. Αυτούς τους συγκεκριμένους Βαράγγους τους ονόμαζαν Ρως (Ρώσους) όπως κάποιοι άλλοι ονομάζονται Σουηδοί, και άλλοι Νορμανδοί, Άγγλοι και Γκοτλάνδιοι. Ύστερα είπαν στους Ρως:

»Η χώρα μας είναι μεγάλη και πλούσια, αλλά δεν υπάρχει τάξη εκεί. Ελάτε να την κυβερνήσετε και να βασιλέψετε». Επέλεξαν τρεις αδελφούς με τις οικογένειές τους και αυτοί πήραν μαζί τους όλους του Ρως και μετανάστευσαν. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία, ο Ρούρικ, εγκαταστάθηκε στο Νόβγκοροντ, ο δεύτερος, ο Σίνεους, στο Μπελουζέρο, και ο τρίτος , ο Τρουβόρ, στο Ίζμπορσκς. Εξαιτίας αυτών των Βαράγγων, η περιοχή του Νόβγκοροντ έγινε γνωστή ως χώρα των Ρως (Ρώσων). Ωστόσο, οι ιστορικές και οι αρχαιολογικές έρευνες αποδεικνύουν ότι η εξάπλωση των Βαράγγων στη Ουκρανία ήταν σταδιακή, και είχε ξεκινήσει ήδη από τον 8ο αιώνα.

Με τους Βυζαντινούς, οι Βαράγγοι δημιούργησαν ιδιαίτερες εμπορικές σχέσεις, τουλάχιστον κατά τις περιόδους που δεν έκαναν επιδρομές εναντίον τους. Σύμφωνα με το Βασικό Χρονικό, ο κάθε έμπορος μπορούσε να παραμείνει και να τρέφεται στην Κωνσταντινούπολη επί έξι μήνες, με τον όρο να διαμένει αποκλειστικά στη συνοικία του Αγίου Μάμαντος και να αποφεύγει τη βία. Τα εμπορεύματά τους ήταν κυρίως γουναρικά, μέλι και δούλοι. Τα ονόματα που αναφέρονται παραπέμπουν σαφώς στη Σκανδιναβική καταγωγή τους: Κάρλι, Βέρμουντρ, Γκόντι, Ανγκαντίρ, Φάστι.

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΩΝ ΡΩΣ

Το Μεσαιωνικό κράτος των Ρως ή Κιεβινή Ρωσία είναι η πρώτη επιτυχημένη απόπειρα κρατικής οργάνωσης στον ανατολικό Σλαβικό κόσμο. Άκμασε τον 9ο με 12ο αιώνα με πρωτεύουσα το Κίεβο, ενώ το 1150 κατακερματίστηκε σε ανεξάρτητες ηγεμονίες, από όπου τρεις σημερινές χώρες της ανατολικής Ευρώπης (Ρωσία, Λευκορωσία, Ουκρανία) έλκουν την ιστορική καταγωγή τους από αυτό.

Η πληθυσμιακή του σύνθεση ήταν κυρίως σλαβική και δευτερευόντως στο βορρά Φιννική όμως την εξουσία (διοικητική και στρατιωτική) κρατούσαν οι Βάραγγοι Ρως, από τους οποίους η Ρωσία πήρε τη σημερινή της ονομασία. Πυρήνας του κράτους ήταν οι περιοχές πέριξ του Κιέβου και του Νόβγκοροντ. Στην εποχή της μέγιστης εξάπλωσής του εκτεινόταν από τα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα έως τη Βαλτική και από τα Καρπάθια μέχρι τα Ουράλια Όρη.

Τα Πρώτα Χρόνια

Το κράτος των Ρως ή Ρως του Κιέβου (από την πρωτεύουσα Κίεβο) είναι μετεξέλιξη του Χαγανάτου των Ρως (το Χαγανάτο πιθανώς εδόθη ως ονομασία λόγω επηρεασμού από το νότιο Χανάτο των Χαζάρων, καθότι απαντάται σε Τουρκομογγολικές φυλές ως όρος και όχι σε Σλαβικές κ.α.), μιας συνομοσπονδίας πόλεων – κρατών υπό Βαραγγική ηγεμονία που εκτεινόταν στη σημερινή Β.Δ Ρωσία. Γύρω στο 880 ο ηγεμόνας του Χαγανάτου Όλεγκ εκδιώκει από το Δνείπερο τους Χαζάρους (νομαδικός λαός Τουρκικής καταγωγής που εισέπραττε φόρο υποτέλειας από τους κατοίκους) και ανακηρύσσει τον εαυτό του πρίγκιπα του Κιέβου.

Ο Όλεγκ ήταν διάδοχος του Ρούρικ (Βάραγγος ηγέτης που μυθοποιήθηκε, αμφισβητείται το αν υπήρξε πραγματικά), για αυτό και η δυναστεία που ίδρυσε ονομαζόταν Ρουρικίδες (παιδιά του Ρούρικ). Στις τέσσερεις δεκαετίες που ακολουθούν, ο Όλεγκ υποτάσσει κάθε αντίδραση των τοπικών πληθυσμών. Οι Βάραγγοι αποκτούν έτσι ένα δυνατό προπύργιο στην περιοχή, απαραίτητο για το εμπόριό τους με την Κωνσταντινούπολη, αλλά και μια νέα πρωτεύουσα, το Κίεβο. Το 907 ο Όλεγκ επιδράμει κατά του Βυζαντίου και δοκιμάζει να πολιορκήσει την Πόλη.

Στρατιωτικά αποτυγχάνει, αλλά η εν γένει τακτική του πείθει τους Βυζαντινούς ότι δεν πρόκειται για έναν τυχάρπαστο ηγεμόνα. Έτσι στη διμερή εμπορική συνθήκη του 911 αντιμετωπίζεται ως ισότιμος εταίρος από την άλλη πλευρά και πετυχαίνει όρους που εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα και ευημερία του νεοπαγούς κράτους του. Ακριβώς ίδια αποτελέσματα (πολεμικές ήττες αλλά ευνοϊκές συνθήκες ειρήνης) έχουν οι δύο εκστρατείες του Ιγκόρ, διαδόχου του Όλεγκ. Ο Ιγκόρ όμως αποτυγχάνει να ελέγξει στην ανατολή τους Χαζάρους, οι οποίοι ξαναρχίζουν να λεηλατούν την ύπαιθρο, και στη δύση τους Δρεβλιανούς (Σλαβικό φύλο) που αρνούνται να πληρώνουν φόρο υποτέλειας στο Κίεβο.

Οι τελευταίοι μάλιστα τον δολοφονούν το 945. Ενώ διεξάγονται τα παραπάνω σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, έχει ήδη ξεκινήσει μια διαδικασία »Εκσλαβισμού» της αριστοκρατίας που διοικεί το κράτος. Μολονότι η Βαραγγική καταγωγή εξακολουθεί να αποτελεί προϋπόθεση για την ανάληψη ανωτέρων δημοσίων αξιωμάτων, φαίνεται ότι πολιτισμικά οι Βάραγγοι απορροφώνται από το υπέρτερο Σλαβικό στοιχείο και σταδιακά υιοθετούν τη Σλαβική γλώσσα και συνήθειες (και για λόγους όμως πολιτικούς, καθώς ήταν ο μόνος τρόπος επιβίωσης και διαιώνισης μιας ξενικής ελίτ).

Toν Ιγκόρ διαδέχεται ο τριετής γιος του, πρίγκιπας Σβιατοσλάβ. Μέχρι όμως να φθάσει τα είκοσι, την πραγματική εξουσία ασκεί η Χριστιανή μητέρα του Χέλγκα (μετέπειτα Αγία Όλγα). Το 962 ο Σβιατοσλάβ A’ αναλαμβάνει την πλήρη ηγεσία και σε μία δεκαετία υπερδιπλασιάζει την έκταση του κράτους του, συμμαχώντας με τους Πετσενέγους και υποτάσσοντας όλους τους γειτονικούς λαούς: τους Βουλγάρους του Βόλγα και τους Μορδβίνους (Φιννικό φύλο) στην ανατολή, τους Χαζάρους στο νότο και Βουλγάρους του Δούναβη στα Βαλκάνια.

Βέβαιος ότι θα σταθεροποιήσει τον έλεγχο στα νέα εδάφη, μετακινεί την πρωτεύουσα στη Βουλγαρική πόλη Περεγιασλάβετς (στο Δέλτα του Δούναβη) το 969 ελπίζοντας να την κάνει κέντρο του Ευρωπαϊκού εμπορίου. Το όραμά του όμως αποτυγχάνει – οι Βυζαντινοί στρέφονται εναντίον του, θεωρώντας ότι μπαίνει στα χωράφια τους, και έως το 971 καταλύουν όλες τις Βαλκανικές κτήσεις του, μεταξύ των οποίων και το Περεγιασλάβετς. Ταυτόχρονα υποκινούν τους Πετσενέγους να επιτεθούν στο Κίεβο, ενώ και οι ανατολικοί υποτελείς των Ρως εξεγείρονται και ανακτούν την ανεξαρτησία τους.

Ο Σβιατοσλάβ αναγκάζεται να συνθηκολογήσει και να αποσυρθεί στα προ δεκαετίας σύνορα, αλλά καθώς γυρνά στο Κίεβο δολοφονείται ύπουλα (972) από Πετσενέγους, κατ’ εντολή του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή που ήθελε να ξεμπερδεύσει οριστικά μαζί του.

Η Χρυσή Εποχή του Κιέβου

Αν και τα επιτεύγματα του Σβιατοσλάβου διήρκεσαν μόλις λίγα χρόνια, αύξησαν σημαντικά το διεθνές κύρος του κράτους του και συνετέλεσαν στο να εγκαθιδρυθεί η κυριαρχία του Κιέβου σε ολόκληρη τη βορειοανατολική Ευρώπη για τους επόμενους δύο αιώνες. Ο Μέγας Πρίγκηψ του Κιέβου ήλεγχε τις περιοχές γύρω από την πόλη, και οι (θεωρητικά κατώτεροι) συγγενείς του τις άλλες πόλεις της επικράτειας. Δημιουργούνται έτσι οι προϋποθέσεις της μέγιστης ακμής του κράτους των Ρως, στην οποία έφθασε στα χρόνια του Βλαδίμηρου του Μεγάλου και του Γιαροσλάβου του Σοφού.

Ο πρίγκιπας Βλαδίμηρος ήταν γιος του Σβιατοσλάβ και πήρε το θρόνο το 980, αφού είχε προηγηθεί εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα σε αυτόν και τον ετεροθαλή αδελφό του (και νόμιμο διάδοχο) Γιαροπόλκ. Το μεγαλύτερο επίτευγμά του ήταν ο εκχριστιανισμός των Ρως το 988. Σύμφωνα με την «ποιητική» περιγραφή του Πρώτου Χρονικού, όταν ο Βλαδίμηρος αποφάσισε να αντικαταστήσει το ρωσικό παγανισμό με μια άλλη θρησκεία, έστειλε τους καλύτερους αυλικούς σε όλη την Ευρώπη. Αφού πήγαν στους καθολικούς, τους ιουδαίους και τους μουσουλμάνους, έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη.

Εκεί θαμπώθηκαν από την ομορφιά του ναού της Αγίας Σοφίας και της λειτουργίας που γινόταν εκεί. Γυρνώντας στο Κίεβο, έπεισαν το Βλαδίμηρο να υιοθετήσει τη θρησκεία των Ελλήνων. Τότε ο Βλαδίμηρος πήγε στην Κωνσταντινούπολη, συναντήθηκε με τον Αυτοκράτορα Βασίλειο Β’ και ζήτησε την αδελφή του Άννα για γυναίκα του. Η ευλαβής Χριστιανική ζωή δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα το Βλαδίμηρο, κι ας βαπτίζεται Χριστιανός – μαρτυράται ότι είχε δεκάδες συζύγους (εκ των οποίων τέσσερις γαλαζοαίματες) και κάποιες εκατοντάδες παλλακίδες.

Αυτό που τον καθοδηγεί είναι η καλή κρίση των δεδομένων: γνωρίζει πως η ευημερία του κράτους του περνά μέσα από τις καλές σχέσεις με το Βυζάντιο, αφού οι Βυζαντινοί αφενός είναι οι καλύτεροι πελάτες των προϊόντων του, αφετέρου ελέγχουν τη Μαύρη Θάλασσα, τουτέστιν την κίνηση των πλοίων από και προς το Δνείπερο, που είναι ο κύριος εμπορικός δίαυλος μεταξύ των Ρως και του έξω κόσμου. Επιπλέον η Ορθόδοξη Εκκλησία διέθετε ήδη λειτουργικά κείμενα γραμμένα στο Κυριλλικό αλφάβητο, αλλά και ένα πλήθος μεταφράσεων Ελλήνων συγγραφέων στα Σλαβικά.

Η ύπαρξη αυτών των μεταφράσεων φέρνει σε επαφή τους Ρώσους με την Ελληνική φιλοσοφία και επιστήμη, χωρίς να χρειασθεί να μάθουν Ελληνικά. Αποκτούν έτσι το υπόβαθρο για να δημιουργήσουν τη δική τους λογοτεχνία, τέχνη και επιστήμη. Ο Βλαδίμηρος πεθαίνει το 1015. Ακολουθούν διαμάχες μεταξύ των πολλών γιων του, από τις οποίες νικητής βγαίνει ο Γιαροσλάβος, τοπικός κυβερνήτης του Νόβγκοροντ, εξολοθρεύοντας τους υπόλοιπους.

Ο Γιαροσλάβος στέφεται Μέγας Πρίγκηψ Κιέβου και Νόβγκοροντ στο Κίεβο το 1019 και κατά τη βασιλεία του το κράτος των Ρως φθάνει στο ζενίθ του. Ο Γιαροσλάβος συντάσσει τον πρώτο νομικό κώδικα, τη Δικαιοσύνη των Ρως (Правда Роська). Ενδυναμώνει τις σχέσεις του με τη Δύση χρησιμοποιώντας ως μέσον τους βασιλικούς γάμους: παντρεύει την εγγονή του Ευπραξία με τον Ερρίκο Γ’ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την αδερφή του με το βασιλιά της Πολωνίας, τις τρεις κόρες του με τους βασιλείς της Γαλλίας, της Ουγγαρίας και της Νορβηγίας.

Δείχνει επίσης ενεργό ενδιαφέρον για την εδραίωση του Χριστιανισμού, χρηματοδοτώντας τον κλήρο και ανεγείροντας τον πρώτο μεγάλο ναό στο Κίεβο και κατόπιν δύο καθεδρικούς αφιερωμένους στην Αγία του Θεού Σοφία, στο Κίεβο και στο Νόβγκοροντ. Για όλα αυτά του δόθηκε το προσωνύμιο Σοφός.

Παρακμή και Διάσπαση

Από τα χρόνια του Ολέγκ, η δομή της εξουσίας ήταν σαφής: ο Πρίγκιπας του Κιέβου στην κορυφή και κάτω από αυτόν ένα διορισμένο επιτελείο ευγενών – τοπικών πριγκίπων, οι οποίοι είχαν την πολιτική / στρατιωτική ευθύνη των περιφερειών. Κάθε φορά που στο κράτος εντάσσονταν νέες περιφέρειες ή οι υπάρχουσες αναπτύσσονταν τόσο που χρειαζόταν κατάτμησή τους για να διοικηθούν σωστά, μεγάλωνε και το επιτελείο. Οι ευγενείς φρόντιζαν να κυβερνούν σύμφωνα με τις εντολές που έρχονταν από το Κίεβο, ώστε να πάρουν προαγωγή σε μεγαλύτερες και πλουσιότερες περιφέρειες και να έχουν πλεονεκτική θέση στον αγώνα της διαδοχής όταν θα ερχόταν η ώρα.

Αυτό το σχήμα διοίκησης ήταν αποτελεσματικό στην αρχή, όταν το επιτελείο ήταν μικρό, όπως και αργότερα, όταν βασίλευαν μεγάλες φυσιογνωμίες που επέβαλαν με στιβαρό χέρι την ενότητα. Μετά το θάνατο του Γιαροσλάβ του Σοφού, η σύμπνοια των ευγενών τίθεται σε αμφιβολία. Τα πολυάριθμα μέλη του επιτελείου ταυτίζονται περισσότερο με τα συμφέροντα της περιοχής τους παρά με τις επιδιώξεις της κεντρικής διοίκησης. Την κατάσταση αυτή επιτείνει ο θεσμός των τοπικών συμβουλίων, όπου συμμετέχουν όλοι οι άνδρες της πόλης και μπορούν να εκδιώξουν τον πρίγκιπα, ζητώντας το διορισμό άλλου.

Πληθαίνουν έτσι τα περιστατικά συναλλαγής μεταξύ πριγκίπων – τοπικών συμβουλίων, όπως και ομάδων πριγκίπων εναντίον άλλων ομοβάθμων τους, πάντα εις βάρος της κεντρικής διοίκησης που σταδιακά αποδυναμώνεται. Την αποσύνθεση του κράτους των Ρως επιταχύνουν με έμμεσο τρόπο οι Σταυροφορίες. Με τις εξελίξεις που δρομολογούνται στην ανατολική Μεσόγειο το 12ο αιώνα, οι Βυζαντινοί δε μπορούν πια να αγοράζουν αφειδώς τα προϊόντα των βορείων γειτόνων τους.

Έτσι ατονεί η Εμπορική Οδός Βαράγγων – Ελλήνων και συνεπακόλουθα η ανάγκη για μια ισχυρή κεντρική εξουσία, η οποία θα ελέγχει τις ποτάμιες οδούς από τη Βαλτική έως τη Μαύρη Θάλασσα, ώστε να μένει η ζωτική εμπορική οδός ανοικτή. Συνολικά, στα μόλις 170 χρόνια από το 1054 έως το 1224 καταγράφονται:

64 αυτοανακηρύξεις περιφερειών σε αυτόνομα πριγκιπάτα (τα περισσότερα βραχύβια) που εγείρουν αξιώσεις στο θρόνο.
83 εμφύλιοι πόλεμοι, ενίοτε με τη συμμετοχή και ξένων δυνάμεων.
293 ηγεμόνες που αυτοαναγορεύονται νόμιμοι διάδοχοι του θρόνου του Κιέβου.
35 ηγεμόνες που παίρνουν το θρόνο.
Είναι σαφές ότι στην εποχή μετά το θάνατο του Γιαροσλάβου Α’ του Σοφού, οι Μεγάλοι Πρίγκιπες του Κιέβου είναι μόνο τύποις αρχηγοί του κράτους των Ρως, που πια έχει θρυμματισθεί σε διάφορα πριγκιπάτα στις αρχές του 13ου αιώνα. H Μογγολική Εισβολή που ακολουθεί, δίνει τη χαριστική βολή σε ένα κράτος που είναι ήδη ετοιμοθάνατο. Με το πέρασμα του χρόνου κάθε πριγκιπάτο ακολουθεί διαφορετική πορεία, πράγμα που οδηγεί μακροπρόθεσμα στις τρεις εθνικές διαφοροποιήσεις του ανατολικού Σλαβικού κόσμου που συναντάμε σήμερα:

Ουκρανοί στα νότια και νοτιοδυτικά, Λευκορώσοι στα βορειοδυτικά, Ρώσοι στα βόρεια και βορειοανατολικά. Συνοπτικά, τα κυριότερα νέα κράτη που προέκυψαν από την αποσύνθεση του κράτους των Ρως είναι τα ακόλουθα:

Φεουδαλική Δημοκρατία του Νόβγκοροντ
Πριγκιπάτο των Βλαντίμιρ – Σούζνταλ
Πριγκιπάτο του Γκάλιτς

Φεουδαλική Δημοκρατία του Νόβγκοροντ

Η Φεουδαλική Δημοκρατία του Νόβγκοροντ υπήρξε κρατικό μόρφωμα της Β.Δ Ρωσίας κατά τον ύστερο Μεσαίωνα με πρωτεύουσα το Νόβγκοροντ. Διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο σε μια πολύ δύσκολη περίοδο για τον ανατολικό Σλαβικό κόσμο, όντας ένα από τα λίγα Ρωσικά κράτη που έμειναν ανέπαφα τόσο από τη Μογγολική εισβολήστο νότο, όσο και το Σουηδικό – Τευτονικό επεκτατισμό από δυσμάς. Πριν την ανεξαρτητοποίησή του, το Νόβγκοροντ ήταν το δεύτερο σημαντικότερο πριγκιπάτο του Βαραγγοσλαβικού κράτους των Ρως μετά την πρωτεύουσα Κίεβο.

Δεδομένου μάλιστα ότι οι Βάραγγοι είχαν εγκατασταθεί εκεί πολύ πριν κατακτήσουν το Κίεβο, θεωρούσαν την πόλη ως κοιτίδα της αριστοκρατίας που διοικούσε το κράτος. Η αυτονόμηση της τοπικής ολιγαρχίας από την κεντρική εξουσία ήταν μία μακρόχρονη διαδικασία, η οποία δρομολογήθηκε μετά το θάνατο του Μεγάλου Πρίγκιπα Γιάροσλαβ του Σοφού (1054) και οφείλεται σε δύο κύρια αίτια:

  Πολυπολιτισμικό άρωμα στα αστυνομικά τμήματα κύριε Χρυσοχοΐδη; Που πήγε ο Σταυρός και ο Θυρεός;

Οι διάδοχοι του Γιάροσλαβ στο θρόνο του Κιέβου απέτυχαν να διατηρήσουν την ενότητα του κράτους.
Εν αντιθέσει με το υπόλοιπο κράτος που εμπορευόταν κυρίως με την Κωνσταντινούπολη, οι αγορές – στόχοι του Νόβγκοροντ βρίσκονταν στη Βαλτική. Επομένως το Νόβγκοροντ δεν είχε άμεση ανάγκη από ένα ισχυρό Κίεβο, το οποίο θα εγγυόταν την ασφάλεια των εμπορικών δρόμων προς τη Μαύρη Θάλασσα.
Ως αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτονόμησης, η είσοδος στο 12ο αιώνα έβρισκε την πόλη να διαθέτει ήδη δικό της αρχιεπίσκοπο και στρατιωτικό διοικητή. Επίσης σε πολιτικές δομές το Νόβγκοροντ έμοιαζε περισσότερο με δυτικοευρωπαϊκή παρά με Ρωσική πόλη. Η ανεξαρτησία κηρύχθηκε επισήμως από τις δύο κυρίαρχες τάξεις, τους αριστοκράτες (Βογιάρους) και τους μεγαλεμπόρους, το 1136. Στο νέο κράτος ενσωματώθηκαν μια σειρά από σημαντικές πόλεις της Β.Δ Ρωσίας: Πσκοβ (Πίσκοβο), Λάντογκα, Στάραγια Ρούσα,Όρεσεκ.

Οι δεκαετίες που ακολούθησαν ανέδειξαν τη Δημοκρατία του Νόβγκοροντ στη σημαντικότερη δύναμη του ανατολικού σλαβικού κόσμου, ιδιαίτερα μετά τη Μογγολική Εισβολή (13ος αιώνας). Το Νόβγκοροντ δεν αντιμετώπισε τη μοίρα των νότιων και ανατολικών Ρωσικών περιοχών, που υποδουλώθηκαν στους Μογγόλους, αλλά είχε να αντιμετωπίσει επιβουλές από τη δύση. Μέσα σε ενάμισι αιώνα πέτυχε να αποκρούσει σειρά επιθέσεων από τους Σουηδούς και τους Τεύτονες, οι οποίοι επιβουλεύονταν τα εδάφη του.

Οι εισβολές αυτές, πέραν της προφανούς επιθυμίας των επιτιθεμένων για επέκταση, είχαν και θρησκευτικό χαρακτήρα, αφού είχαν εγκριθεί με παπική βούλα ως πόλεμος κατά των αιρετικών ορθοδόξων. Το 1348 αποχώρησε από τη Δημοκρατία το Πσκοβ, αλλά αυτό ουδόλως την αποδυνάμωσε – μέχρι τις αρχές του 15ου αιώνα είχε εξαπλωθεί σε μια επικράτεια από τη Βαλτική μέχρι τα Ουράλια. Το δε εμπόριό της κυριαρχούσε στη Βόρεια Ευρώπη, σε βαθμό που το Νόβγκοροντ ήταν μία από τις τέσσερις πλουσιότερες πόλεις της Χανσεατικής Ένωσης μαζί με το Λονδίνο, τοΜπέργκεν και το Μπρυζ.

Η οικονομική ισχύς έδωσε στην πόλη τη δυνατότητα να χρηματοδοτεί μεγάλα έργα και να μετακαλεί καλλιτέχνες από ολόκληρη την Ευρώπη, όπως τον Κωνσταντινουπολίτη αγιογράφο Θεοφάνη. Την ίδια περίοδο που η Δημοκρατία του Νόβγκοροντ άκμαζε, στην υπόλοιπη Ρωσία είχε ξεκινήσει η απεξάρτηση από το Μογγολικό έλεγχο και ένα νέο ισχυρό κρατίδιο αναδεικνυόταν σε ανταγωνιστική δύναμη: ήταν το Μέγα Δουκάτο της Μόσχας, το οποίο φιλοδοξούσε να ενοποιήσει τα Ρωσικά εδάφη σε μία ενιαία επικράτεια με πρωτεύουσα τη Μόσχα. Οι διενέξεις μεταξύ των δύο κρατιδίων ξεκίνησαν στα τέλη του 14ου αιώνα.

Φοβισμένοι από τη Μοσχοβίτικη απειλή, οι Βογιάροι της Δημοκρατίας κατέφυγαν σε συμμαχία με τις καθολικές Λιθουανία και Πολωνία. Αυτό όμως εξόργισε τις λαϊκές τάξεις, οι οποίες αντιμετώπισαν τη συμμαχία ως προδοσία κατά του Ρωσικού έθνους και της ορθόδοξης πίστης. Ως αποτέλεσμα ξέσπασε μία μακρόχρονη εσωτερική έριδα, η οποία άλλες φορές περιοριζόταν σε πολιτικό επίπεδο και άλλοτε έπαιρνε το χαρακτήρα ένοπλης εμφύλιας σύγκρουσης. Η κατάσταση αυτή εξασθένησε σημαντικά τη δύναμη του Νόβγκοροντ για τις επόμενες δεκαετίες.

Το καλοκαίρι του 1471, με το στρατό τους ηττημένο από το Μοσχοβίτη Ιβάν Γ’ στη Σελόνα και το Ντβίνα, οι βΒγιάροι του Νόβγκοροντ ακύρωσαν τη συμμαχία με Λιθουανία – Πολωνία και δήλωσαν υποταγή στη Μόσχα. Κράτησαν όμως μία σχετική αυτονομία, την οποία αρχικά ο Ιβάν αποδέχθηκε, αλλά στη συνέχεια προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ακυρώσει. Η οριστική ενσωμάτωση της Δημοκρατίας στο αναδυόμενο Ρωσικό βασίλειο έγινε τελικά στις 14 Ιανουαρίου 1478. Ο Ιβάν πολιόρκησε το Νόβγκοροντ και δεν έδωσε στην πόλη καμμία επιλογή, πέρα από την αποδοχή της πλήρους κυριαρχίας του.

Από εκείνη τη στιγμή, η Φεουδαλική Δημοκρατία του Νόβγκοροντ έπαυσε να υπάρχει. Για τα δεδομένα του ύστερου Μεσαίωνα, οι θεσμοί της Δημοκρατίας του Νόβγκοροντ εμφάνιζαν αρκετές πρωτοτυπίες. Οι εξουσίες ήταν διαχωρισμένες (αν και όχι με τη διάκριση που εφαρμόζεται σήμερα) και κύριος φορέας τους δεν ήταν ένας ηγεμόνας ή η αυλή του, αλλά ένα σαφώς ευρύτερο σώμα. Τα κυριότερα όργανα της Δημοκρατίας ήταν τα ακόλουθα:

Λαϊκή Συνέλευση (вече:βέτσε). Υπήρχε ως θεσμός επί Κράτους των Ρως, αλλά λειτουργούσε περισσότερο ως συμβουλευτικό όργανο για τα τοπικά ζητήματα. Μετά την κήρυξη της ανεξαρτησίας αναβαθμίσθηκε στην ανώτατη αρχή της Δημοκρατίας. Αποτελείτο από εκπροσώπους του αστικού και του ελεύθερου αγροτικού πληθυσμού, νομοθετούσε, ασκούσε τη διακυβέρνηση και αποφάσιζε ποιοι θα καταλάμβαναν τα πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα. Σύμφωνα με την παράδοση, συνεδρίαζε κάθε φορά που ένα μέλος της κτυπούσε την καμπάνα – η υπερβολή αυτή προδίδει ότι η Βέτσε συνεδρίαζε τακτικά και είχε αποφασιστική αρμοδιότητα για οτιδήποτε.
Αρχιεπίσκοπος. Έπρεπε να κατάγεται από Βογιαρική οικογένεια, επιλεγόταν όμως από τη Λαϊκή Συνέλευση και μπορούσε να ανακληθεί από αυτήν. Ήταν ο επικεφαλής του κράτους, διαχειριζόταν τα οικονομικά και τη δημόσια γη (φέουδα του Μέγα Πρίγκιπα του Κιέβου, τα οποία «κρατικοποιήθηκαν» μετά την ανεξαρτησία) και είχε την ευθύνη των διεθνών σχέσεων. Είχε επίσης δικαστικές αρμοδιότητες στον τομέα του ποινικού δικαίου.
Δούκας ή Κυβερνήτης. Ο δούκας ήταν ευγενής καταγόμενος από περιοχή έξω από τη Δημοκρατία. Τον επέλεγε η Λαϊκή Συνέλευση, η οποία τον καλούσε στο Νόβγκοροντ και υπέγραφε μαζί του συμβόλαιο, στο οποίο οριζόταν ποιες θα είναι οι αρμοδιότητές του. Κύριο καθήκον του ήταν η ηγεσία του στρατού. Σημαντικότερος δούκας του Νόβγκοροντ υπήρξε ο Αλέξανδρος Νιέφσκι, ο οποίος απέκρουσε την Τευτονική εισβολή με την περίφημη Μάχη των Πάγων το 1242.
Συντεχνίες. Ήταν οι ενώσεις των εμπόρων και των τεχνιτών. Διαιρούνταν στους Ουλιτσάνε (αυτοί που δραστηριοποιούνταν στους δρόμους της πόλης), τους Κοντσάνε (των προαστίων) και τους Σότνι (επαγγελματίες του ιδίου κλάδου). Καμμία απόφαση του κράτους που αφορούσε τα συμφέροντα μίας περιοχής ή ενός κλάδου δεν ήταν έγκυρη, εάν δεν επικυρωνόταν από την αντίστοιχη συντεχνία.
Πριγκιπάτο των Βλαντίμιρ – Σούζνταλ

Κράτος που προέκυψε από τη συμμαχία των πόλεων Βλαντίμιρ και Σούζνταλ στα ανατολικά της Μόσχας, προσπάθησε να παίξει ανεπιτυχώς το ρόλο του νέου Κιέβου. Ευνοήθηκε από την έλευση λογίων, καλλιτεχνών και εμπόρων που εγκατέλειπαν το νότο για να αποφύγουν τις επιδρομές τουρκικών φυλών, οι οποίες αναθάρρησαν από την αποσύνθεση του κράτους των Ρως. Το 1169 ο τοπικός πρίγκιπας Αντρέι Μπογκολιούμπσκι έκανε εκστρατεία κατά του Κιέβου και εγκατέστησε εκεί ως πρίγκιπα τον αδελφό του.

Το 1299 εγκαταστάθηκε στο Βλαντίμιρ η ιστορική αρχιεπισκοπή του Κιέβου. Από την αριστοκρατία του Πριγκιπάτου των Βλαντίμιρ – Σούζνταλ προήλθαν οι πρώτοι ηγεμόνες της Μοσχοβίας, που με τη σειρά της ήταν η μήτρα που γέννησε τη σημερινή Ρωσία.

Πριγκιπάτο του Γκάλιτς

Το πριγκιπάτο του Γκάλιτς (η ανατολική ιστορική περιοχή Γαλικία που μοιράζονται Πολωνία και Ουκρανία) συγκροτήθηκε στα εδάφη νοτιοδυτικά του Κιέβου και εμπορευόταν με τους Πολωνούς, τους Ούγγρους και τους Λιθουανούς γείτονές του. Στις αρχές του 13ου αιώνα ο τοπικός πρίγκιπας Ρομάν Μστισλάβιτς κατέκτησε το Κίεβο και αυτοανακηρύχθηκε Μέγας Δούκας των Ρως του Κιέβου.

Ο γιος του Δανιήλ ήταν ο πρώτος Σλάβος βασιλιάς που ενθρονίσθηκε από τον πάπα, χωρίς όμως να αποσχισθεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο που το 14ο αιώνα του απένειμε έδρα αρχιεπισκοπής. Το πριγκηπάτο έπαψε να υπάρχει στα μέσα του 14ου αιώνα όταν διαμοιράσθηκε ανάμεσα σε Πολωνούς και Λιθουανούς. Θεωρείται το πρώτο Ουκρανικό κρατικό μόρφωμα.

Ιστορική Αποτίμηση

Το κράτος των Ρως, αν και εκτεινόταν σε μια από τις πιο αραιοκατοικημένες περιοχές της Ευρώπης, ήταν το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της εποχής του αλλά και ένα από τα πιο εξελιγμένα, εν μέρει χάρη και στο συγχρωτισμό του με το Βυζάντιο. Σε μια εποχή που στη Δυτική Ευρώπη μόνο οι ευγενείς ήξεραν να γράψουν το όνομά τους, τα περισσότερα παιδιά του Κιέβου, του Νόβγκοροντ και των άλλων μεγάλων πόλεων ήταν εγγράμματα – έχουν διασωθεί μέχρι και «σκονάκια» για το σχολείο ή ερωτικά σημειώματα προς τους συμμαθητές τους.

Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στα άλλα Μεσαιωνικά κράτη, ο νομικός κώδικας του Γιαροσλάβου του Σοφού έθετε φραγμούς στα βασανιστήρια ως μέθοδο ανάκρισης, δεν περιελάμβανε τη θανατική ποινή και μετέτρεπε τις περισσότερες ποινές από φυλάκιση σε πρόστιμο. Παρείχε επίσης στις γυναίκες αστικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και την κληρονομιά, καθώς και συμμετοχή στο εκπαιδευτικό σύστημα. Όταν η Κιεβινή Άννα Γιαροσλάβνα παντρεύθηκε το Γάλλο βασιλιά Ερρίκο και εγκαταστάθηκε στην πόλη Ρεμς, οι Γάλλοι θεωρούσαν απίστευτο για μια γυναίκα να είναι τόσο μορφωμένη.

Η οικονομική ανάπτυξη αντανακλάται εύγλωττα στα δημογραφικά στοιχεία. Στα τέλη του 12ου αιώνα, ενώ είχε ήδη αρχίσει η παρακμή, το Κίεβο είχε 50.000 κατοίκους, το Νόβγκοροντ 30.000 και το Τσερνίγκοφ επίσης 30.000. Την ίδια εποχή το Λονδίνο είχε 12.000 κατοίκους και η δεύτερη μεγαλύτερη Αγγλική πόλη, το Ουίντσεστερ, είχε 5.000.

Το κράτος των Ρως άφησε μια σπουδαία παρακαταθήκη. Ενοποίησε διοικητικά και πολιτισμικά μία αναρχούμενη περιφέρεια και τη μετέτρεψε σε ένα δυναμικό βασίλειο. Η εισαγωγή του Χριστιανισμού δημιούργησε ένα Βυζαντινό – Σλαβικό κράμα, με εντυπωσιακά αποτελέσματα στον πολιτισμό και τις τέχνες. Αυτός ο πολιτισμός ήταν το υλικό πάνω στο οποίο χτίσθηκε αργότερα η Ρωσική Αυτοκρατορία.

Χρονολόγιο των Ρως

ΟΙ ΒΑΡΑΓΓΟΙ ΡΩΣ

Σύμφωνα με τη Νορμανιστική θεωρία οι Ρως ήταν ένα από τα πολλά Βαραγγικά φύλα, όμως κατά την περίοδο της εγκατάστασής τους στην ανατολική Ευρώπη κυριάρχησαν επί των ομοφύλων τους σε τέτοιο βαθμό που οι δύο ονομασίες έγιναν πρακτικά ταυτόσημες (Χαγανάτο των Ρως). Ακολούθως απέκτησαν τον έλεγχο μιας τεράστιας περιοχής που εκτεινόταν από το Φινλανδικό Κόλπο έως το Μέσο Δνείπερο (Β-Ν) και από τα Καρπάθια μέχρι το Βόλγα (Δ-Α), εγκαθιδρύοντας το Κράτος των Ρως με πρωτεύουσα το Κίεβο (γι’ αυτό και συχνά συναντάται η ονομασία Ηγεμονία του Κιέβου).

Σύμφωνα με το Πρώτο Χρονικό, την πρώτη γραπτή ρωσική ιστορία όπου όμως είναι δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ αλήθειας και μύθου:

»Οι Βάραγγοι ήταν σκληροί πολεμιστές, που το έτος 6367 ή (859 μ.Χ) εισέπραξαν φόρο υποτέλειας από τα Φιννικά και Σλαβικά φύλα της σημερινής βορειοδυτικής Ρωσίας. Το 862 οι υποτελείς εξεγέρθηκαν και τους εξεδίωξαν, αλλά αμέσως μετά άρχισαν να πολεμούν μεταξύ τους. Τότε κάλεσαν το βασιλιά Ρούρικ και τους αδελφούς του Τρούβορ και Σινέα, αρχηγούς της Βαραγγικής φυλής Ρως – τους προσέφεραν γη και ύδωρ, υπό τον όρο ότι θα έπαιζαν το ρόλο του επιδιαιτητή στις διαφορές τους και θα διασφάλιζαν την ειρήνη. Οι Ρως δέχθηκαν την πρόταση, και δημιούργησαν τους πρώτους οικισμούς τους στη Λάντογκα και στην περιοχή γύρω από το Νόβγκοροντ».

Οι ιστορικοί αμφισβητούν την ύπαρξη του Ρούρικ και την ακρίβεια των παραπάνω ημερομηνιών, ιδιαίτερα αν συγκριθούν με αυτές των εγκυρότερων Βυζαντινών πηγών και των Μπερτινιανών Χρονικών – ειδικά στα τελευταία μαρτυράται η συνάντηση κάποιων Βίκινγκ που ονομάζονταν Ρως και κατοικούσαν ανατολικά της Βαλτικής με το φράγκο Λουδοβίκο Α΄ το 839, είκοσι δηλαδή χρόνια πριν την άφιξή τους κατά το Πρώτο Χρονικό.

Η επιστημονική έρευνα κατατείνει στο ότι η εγκατάσταση των Βαράγγων στα Σλαβικά εδάφη έγινε σταδιακά μεταξύ 8ου και 9ου αιώνα με προγεφύρωμα το Χαγανάτο που εκτεινόταν στη σημερινή ΒΔ Ρωσία, δηλ. έναν αιώνα νωρίτερα απ’ ό,τι αναφέρει το Πρώτο Χρονικό. Η πλήρης κυριαρχία τους και η ίδρυση του Κράτους των Ρως, που ήταν αποτέλεσμα της στρατιωτικής υπεροχής και της ηγεμονίας τους στο εμπόριο, τοποθετείται στα τέλη του 9ου αιώνα. Στο νέο κράτος η στρατιωτική και διοικητική αριστοκρατία ήταν Βαραγγική και αποκαλούνταν Ρουρικίδες, δηλ. παιδιά του Ρούρικ, ενώ η σύνθεση του απλού λαού κυρίως Σλαβική.

Αφού σταθεροποίησαν την ηγεμονία τους, οι Ρως προσπάθησαν να μιμηθούν τους πλουσιότερους και πιο ανεπτυγμένους νότιους γείτονές τους, τους Βυζαντινούς: εισήγαγαν το Χριστιανισμό (μαζί με το γάμο του Βλαδιμήρου του Κιέβου με τη Βυζαντινή πριγκίπισσα Άννα) και είχαν μόνιμες οικονομικές και πολιτιστικές επαφές με την Πόλη. Γρήγορα όμως, οι Βάραγγοι αφομοιώθηκαν στο πολιτισμικό επίπεδο από το πληθυσμιακά υπέρτερο Σλαβικό στοιχείο. Αν και παρέμειναν η άρχουσα τάξη του κράτους, η εθνική τους συνείδηση σταδιακά έγινε Σλαβική. Η γλώσσα τους εξαφανίσθηκε το 13ο αιώνα.

Αντίθετη με τα παραπάνω είναι η αντινορμανιστική θεωρία, η οποία πρωτοδιατυπώθηκε το 19ο αιώνα κυρίως από Σλάβους ιστορικούς. Σύμφωνα με αυτήν, οι Ρως ήταν σλαβικό φύλο και οι Βάραγγοι απλοί μισθοφόροι. Δέχεται ότι κάποιοι από τους Βαράγγους ανέλαβαν ανώτερα αξιώματα λόγω της ικανότητάς τους στον πόλεμο, αλλά τίποτα πέραν τούτου. Γενικά πάντως η ιστοριογραφία καταγράφει την άποψή τους ως λανθασμένη και συνδεδεμένη με τον πανσλαβισμό, κυρίαρχη ιδεολογία στο Σλαβικό κόσμο κατά το 19ο αιώνα.

Η ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΒΑΡΑΓΓΩΝ – ΕΛΛΗΝΩΝ

Η Εμπορική οδός Βαράγγων – Ελλήνων (ή του Δνείπερου) είναι όρος που χρησιμοποιείται από τους ιστορικούς για να περιγράψει την εμπορική δραστηριότητα μεταξύ των Βαράγγων και των Βυζαντινών κατά το Μεσαίωνα. Υπήρξε μία από τις δύο βασικές εμπορικές γραμμές των Βαράγγων – η άλλη ήταν η Οδός του Βόλγα. Η πρώτη φορά που υπάρχει γραπτή αναφορά στην Εμπορική Οδό Βαράγγων – Ελλήνων είναι στο Ρωσικό Πρώτο Χρονικό. Οι συνέπειές της όμως είχαν παρατηρηθεί νωρίτερα, όταν οι Βυζαντινοί κατέγραψαν την ύπαρξη ενός νέου λαού στα βόρειά τους, των Βαράγγων.

Αν και σήμερα για κάποιους λαούς η ονομασία Βάραγγος είναι συνώνυμο του Βίκινγκ, οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν αυτόν τον όρο μόνο για τους Σκανδιναβούς που εγκαταστάθηκαν και βασίλευσαν στη Ρωσία. Πιθανώς η Οδός πρωτοξεκίνησε στα τέλη του 8ου αιώνα μ.Χ., όταν Βάραγγοι εξερευνητές κατευθύνθηκαν προς τα ανατολικά και τα νότια, αναζητώντας σκλάβους αλλά και εμπορικά αγαθά. Η σημασία της για ολόκληρη την ευρωπαϊκή ιστορία είναι τεράστια.

Η εγκατάσταση των Βαράγγων ανάμεσα στους ανατολικούς Σλάβους, η ίδρυση του κράτους των Ρως (πρώτο Ρωσικό βασίλειο) και η ανάπτυξή του, ίσως να μην είχαν συμβεί ποτέ εάν δεν υπήρχε η Εμπορική Οδός Βαράγγων – Ελλήνων. Η Οδός άρχισε να ατονεί στα τέλη του 11ου αιώνα, όταν το κράτος των Ρως απέκτησε ισχυρότερους δεσμούς με τη δυτική Ευρώπη και έστρεψε προς εκεί τα εμπορικά ενδιαφέροντά του, ενώ το Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρισκόταν σε φάση αποσύνθεσης. Σταμάτησε οριστικά με την άλωση της Πόλης από τους Φράγκους το 1204.

Διαδρομή – Προϊόντα

Το εμπόριο διεξαγόταν από τους Βαράγγους, με τρόπο που θυμίζει τα καραβάνια της Ανατολής, και κάλυπτε μία τεράστια περιοχή περνώντας μέσα από δεκάδες διαφορετικές φυλές και πόλεις. Σε κάθε σημείο αγοράζονταν και πωλούνταν νέα αγαθά. Η διαδρομή ξεκινούσε με πλοία από Σκανδιναβικά εμπορικά κέντρα, όπως η Μπίρκα και το Γκότλαντ, και εκμεταλλευόταν στο έπακρο το υδάτινο ανάγλυφο της βορειοδυτικής και κεντρικής Ρωσίας.

Τα πλοία ακολουθούσαν την εξής πορεία:

Ανατολική Βαλτική, ο σημερινός Φινλανδικός Κόλπος.
Είσοδος στον ποταμό Νέβα, στο σημείο της σημερινής Αγίας Πετρούπολης. Ανάπλους του ποταμού και έξοδος στη λίμνη Λάντογκα.
Μεταφόρτωση των εμπορευμάτων σε κωπήλατα ποταμόπλοια στον εμπορικό σταθμό Λάντογκα. Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ’ (Πορφυρογέννητος) τα αποκαλεί μονόξυλα, που είχαν μέχρι και 40 άνδρες πλήρωμα.
Κατάπλους του ποταμού Βολκόφ και είσοδος στη λίμνη Ιλμέν δίπλα από το Νόβγκοροντ, τη σπουδαιότερη πόλη της περιοχής.
Κατάπλους του ποταμού Λόβατ. Από εκεί τα πλοία έβγαιναν στην ξηρά και μεταφέρονταν πάνω σε κάρα μέχρι τον ποταμό Δνείπερο.
Κατάπλους του Δνείπερου. Στην πορεία τα πλοία περνούσαν από το Κίεβο.
Έξοδος στη Μαύρη Θάλασσα. Εκεί τα πλοία εξοπλίζονταν με πανιά και έπλεαν νότια προς την Κωνσταντινούπολη.
Τα κυριότερα προϊόντα (σε παρένθεση η περιοχή προέλευσης) ήταν τα ακόλουθα:

Όπλα, χειροποίητα αγαθά (Σκανδιναβία).
Κεχριμπάρι (Βαλτική).
Ξυλεία, γούνες, μέλι, κερί (Λάντογκα, Νόβγκοροντ).
Ψωμί, χειροποίητα αγαθά, ασημένια νομίσματα (Κίεβο).
Κρασί, μπαχαρικά, πολυτελή υφάσματα, εικόνες, βιβλία (Βυζαντινή Αυτοκρατορία).
ΒΑΡΑΓΓΟΙ ΚΑΙ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

ΟΙ ΚΑΤΑΦΡΑΚΤΟΙ ΒΑΡΑΓΓΟΙ

Βαράγγους, οι Ρωμιοί αποκαλούν τους Σκανδιναυούς που καταφτάνουν ομαδόν στη μεθόριο της Μαύρης Θάλασσας από τον 9ο αιώνα μ.Χ. και μετά, εκ του ενδωνύμου vakingr –> vikingr, ήτοι «μέλος εκστρατείας», καταδρομέας, τρόπον τινά.

Ως ρωμαίικο στρατιωτικό σώμα, οι Βαράγγοι, επίσης γνωστοί και ως Πελεκυφόροι (εκ του πέλεκυ, δηλαδή της ευμεγέθους τσεκούρας (σικουρίς), που έχουν μόνιμα κρεμασμένη στο δεξί τους ώμο), σχηματίζονται εσπευσμένα από τον Βασίλειο Β΄ τον Πορφυρογέννητο ως επικουρικό άγημα 6.000 πεζών Φοιδεράτων (αυτοδιοίκητοι ξένοι μισθοφόροι) από τη Ρωσία του Κιέβου, για την καταστολή της ανταρσίας των Βάρδα Φωκά και Καλόκυρου Δελφινά. Με τα χρόνια όμως, οι πολεμιστές από τον Βορρά αποδεικνύουν την αξία τους, ενώ καθιερώνεται και η στρατολόγηση ανδρών από τη χώρα προέλευσης των Ρώσων, δηλαδή τη Σουηδία.

Γενικότερα, στο Ρωμαίικο πεζικό σώμα των Βαράγγων, γίνονται δεκτοί όσοι από τους Σκανδιναβούς το επιθυμούν. Μεταξύ τους υπάρχουν και κάποιοι παράξενοι πολεμιστές, που μάχονται με το έθιμο των εν τη μάχει τρελών (Μπερζέρκοι αυτοί που φορούν μονάχα δορά αρκούδας, οι μανιασμένοι σαν αρκούδες, λύκους και άλλα αρπακτικά ζώα, οι σαλεμένοι κατά τη μάχη, όπως οι πολεμιστές που εφαρμόζουν επίθεση «αμόκ» στη Μαλαισία και τη Μαλαϊκή Ωκεανία, ή όπως οι πρωτο- Γερμανοί ιεροί μαχητές, οι Έρουλοι), που με τη μανιασμένη τους επιμονή, εμψυχώνουν τους συντρόφους τους.

Εν τω μεταξύ, ακόμα και μετά από το 988, όταν η άρχουσα τάξη των Ρώσων εγχριστιανίζεται, με πρωτοβουλία του μεγάλου ηγεμόνα του Κιέβου Βολόντιμυρ (Володимеръ, Βάλνταμαρ, Βλάντιμιρ), εγγονού της Αγίας Όλγας (ως χήρα του μεγάλου ηγεμόνα Игорь (Ίγκορ, Ίνγκβαρ), και βασιλομήτωρ, η Όλγα βασίλεψε τις Ρωσίες για δύο δεκαετίες: 945 – 965, Χέλγκα, βαπτισμένη: Ελένα), οι Ρώσοι θα εξακολουθούν να επιτίθενται εναντίον της Ρωμανίας, με υπέρτατο στόχο, την κατάληψη της Σταμπόλης, ή Μίκλαγκαρντ (Miklagård – Μεγάλη Πόλη), ή Τσάργκραντ (Βασιλεύουσα Πόλη).

Η τελευταία επίθεση υλοποιείται από το μέγα ηγεμόνα, Γιαροσλάβο το Σοφό, το 1043, και είναι η τελευταία μονάχα επειδή, ύστερα από την εισβολή της Κυμπτσάκ – Τουρκικής φυλής των Κουμάνων, αποκόπτεται η πρόσβαση των Ρώσων στη Μαύρη Θάλασσα, με την εξαίρεση της ηγεμονίας του Τμουταρακάν, ενός Ρωσικού θύλακα που θα επιβιώσει γύρω από την Ελληνική πόλη Μάταρχα (μητρόπολη του φιλελευθέρου Ελληνιστικού έθνους των Βοσπορανών, η Ερμώνασσα), μέχρι την έλευση των σαρωτικών ορδών των Μογγόλων το 1223.

Ήδη όμως οι Ρώσοι πολεμιστές έχουν γίνει απαραίτητοι για τη Ρωμανία, επειδή έχουν εγκαινιάσει και συνεχώς επανδρώνουν τους Βαράγγους, ως σώμα ξένων μισθοφόρων, επίλεκτο πια, αντίστοιχο με τη «Λεγεώνα των Ξένων» στη Γαλλία, και τους Γκούρκας στη Βρετανία και τη Ινδία. Οι βασιλείς Αυτοκράτορες Ρωμαίων σύντομα θ’αρχίσουν να εμπιστεύονται την αφοσίωση και το μαχητικό φρόνημα των Βαράγγων. Έτσι, οι Βαράγγιοι θα καταστούν η κατεξοχήν Αυτοκρατορική φρουρά, κατά το διάστημα 11ος – 12ος αιώνα μ.Χ.

  Πολυπολιτισμικό άρωμα στα αστυνομικά τμήματα κύριε Χρυσοχοΐδη; Που πήγε ο Σταυρός και ο Θυρεός;

Πάντως, στην φρουρά των Βαράγγων προσλαμβάνονται άνδρες και από άλλα έθνη, όπως Δανοί, Κουλπίγγοι (Ουραλόφωνοι, ενδεχομένως Βότες και Ιζχόριοι από την Ιγκρία, ως επί το πλείστον), αλλά και Αγγλοσάξονες πρόσφυγες, που δραπετεύουν από το μένος των Νορμαννών κατακτητών, ύστερα από το1066, και εκτιμώνται δεόντως από τους Ρωμιούς για πάνω από τρεις αιώνες (324 χρόνια, 1080 – 1404), ως οι ανδρείοι Ιγγλινοί ή Ιγκλινοβάραγγοι.

Παράλληλα, οι Βαράγγοι αναβαθμίζονται σε επίλεκτη μονάδα, για να καταστούν τελικά, τιμητική -όσο και ουσιαστική- φρουρά φύλαξης του Ιμπεράτορα των Ρωμαίων, μέχρι και κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Παλαιολόγων.

ΟΙ ΒΑΡΑΓΓΟΙ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Πριν ακόμα κυριεύσουν την περιοχή που σήμερα ονομάζεται Ρωσία, οι Βάραγγοι είχαν αναπτύξει εμπορικές σχέσεις με τους Βυζαντινούς, οι οποίοι τους ονόμαζαν επίσης Αβαρυάγους. Το 839 ο Αυτοκράτορας Θεόφιλος στρατολογεί κάποιους ως μισθοφόρους, και από τότε ξεκινά μια σχέση αγάπης και μίσους. Άλλοτε υπηρετούσαν ως μισθοφόροι, άλλοτε επέδραμαν ως εχθροί. Μεταξύ 860 και 1043 έχουν καταγραφεί επτά εκστρατείες των Ρως εναντίον της Κωνσταντινούπολης – καμία από αυτές δεν ήταν νικηφόρα αφού οι Βυζαντινοί υπερτερούσαν στρατιωτικά, τόσο σε στρατό όσο και εξοπλισμό, ιδιαίτερα με το υγρό πυρ.

Εμμέσως όμως οι Ρως αποκόμιζαν κάποια οφέλη από την επαναδιαπραγμάτευση των εμπορικών συμφωνιών που συνόδευαν τις συνθήκες ειρήνης. Το 949 Βάραγγοι μισθοφόροι υπηρετούν στο στρατό του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, στην εκστρατεία του κατά της Κρήτης. Συμπεριλαμβάνονται επίσης στις δυνάμεις που πολέμησαν εναντίον των Αράβων στη Συρία το 955. Μετά από αυτόν τον πόλεμο αναβαθμίζονται σε μέλη της επίλεκτης Αυτοκρατορικής Φρουράς.

Το 988 ο Αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ (Βουλγαροκτόνος) ζήτησε βοήθεια από το Βάραγγο ηγεμόνα Βλαδίμηρο για να υπερασπισθεί το θρόνο του από το σφετεριστή Βάρδα Φωκά. Ο Βλαδίμηρος έστειλε ένα σώμα 6.000 ανδρών και σαν αντάλλαγμα έλαβε την Άννα, αδελφή του Αυτοκράτορα – άλλη μία σύζυγος, ανάμεσα σε δεκάδες συζύγους και οκτακόσιες παλλακίδες. Το εκστρατευτικό σώμα αποβιβάσθηκε στη Χρυσούπολη και συνέτριψε τα στρατεύματα των στασιαστών. Κατά τη διάρκεια της μάχης ο Φωκάς υπέστη εγκεφαλικό στη θέα των Βαράγγων πολεμιστών, πέθανε επί τόπου και ο στρατός του τράπηκε σε φυγή.

Σύμφωνα με αφηγήσεις της εποχής ήταν απίστευτη η αγριότητα των Βαράγγων, οι οποίοι καταδίωκαν τους πολεμιστές του Φωκά και διασκέδαζαν κόβοντάς τους κομματάκια. Η δυσπιστία του Βασιλείου προς τους ντόπιους στρατιώτες, οι δεσμοί που δημιούργησε με το Κίεβο (και επιβεβαιώθηκαν με τον εκχριστιανισμό των Ρως) αλλά και η αποδεδειγμένη αξιοπιστία των Βαράγγων μισθοφόρων, οδήγησε τον Αυτοκράτορα στη δημιουργία ειδικού τάγματος σωματοφυλάκων που αποκαλέστηκε Τάγμα των Βαραγγίων και Βαραγγική Φρουρά.

Με το πέρασμα των χρόνων, οι επόμενοι Αυτοκράτορες στρατολογούσαν νέους μισθοφόρους και από άλλους Βίκινγκ λαούς – Νορβηγοί, Σουηδοί, Δανοί. Σε αυτούς προστέθηκαν και Αγγλοσάξονες πρόσφυγες, μετά τη Νορμανδική εισβολή στην Αγγλία. Σε αντίθεση με τους Βυζαντινούς στρατιώτες, που ήταν συνήθως επιρρεπείς σε πραξικοπήματα βάσει προσωπικών φιλοδοξιών των στρατηγών, η Βαραγγική Φρουρά είχε το χαρακτηριστικό της απόλυτης πίστης στο θρόνο και όχι στα πρόσωπα. Κύριο όπλο της ήταν το μακρύ τσεκούρι, αλλά ήταν καλή και στη χρήση του σπαθιού και του τόξου.

Ίσως οι αναφορές στη μέχρι θανάτου πίστη της Βαραγγικής Φρουράς στο θρόνο να είναι υπερβολικές. Έχει καταγραφεί μέχρι και συμμετοχή της σε πραξικόπημα το 1071, όταν ο Ρωμανός Διογένης ηττήθηκε από τον Τουρκμένο Σουλτάνο Αλπ Αρσλάν στο Μαντζικέρτ. Επικεφαλής της κίνησης ήταν ο θετός γιος του Αυτοκράτορα Ιωάννης Δούκας. Αυτός χώρισε τους Βαράγγους σε δύο τμήματα – ένα πήγε στο παλάτι και ανακήρυξε νέο αυτοκράτορα το Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα (Παραπινάκη), και το άλλο συνέλαβε την Ευδοκία, σύζυγο του Ρωμανού.

Πέρα από την προστασία του Αυτοκράτορα σε καιρό ειρήνης, η Φρουρά συμμετείχε ενεργά ως επίλεκτο σώμα και στους πολέμους. Ήταν παρόντες στη μάχη της Βέρροιας υπό τον Ιωάννη Β΄ Κομνηνό, ενώ κατά την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204) ήταν το μόνο τμήμα του στρατού που κατάφερε να νικήσει τους Φράγκους στη ζώνη ευθύνης του. Ως μισθοφόροι οι Βαράγγοι δεν υπηρέτησαν για πρώτη φορά στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ήδη, από τον 9ο αιώνα υπηρετούσαν τους πλούσιους πρίγκιπες των Ρως ως σωματοφυλακή.

Πολλοί έφθαναν στο Κίεβο σε μικρούς οργανωμένους στρατούς, με δικό τους οπλισμό και πλοία, έχοντας ως διοικητές μέλη της σκανδιναβικής αριστοκρατίας που είχαν εξοριστεί για πολιτικούς λόγους, ή δευτερότοκους και τριτότοκους γιους αριστοκρατών που αναζητούσαν την τύχη τους. Στο Βυζάντιο αναφέρονται για πρώτη φορά ως μισθοφόροι το 902, όταν 700 περίπου από αυτούς υπηρέτησαν στην εκστρατεία των Βυζαντινών εναντίον του Εμιράτου της Κρήτης. Ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος πήρε μαζί του 629 Βαράγγους στη δική του προσπάθεια ανακατάληψης της Κρήτης, ενώ 415 από αυτούς πολέμησαν στην Ιταλική Εκστρατεία των Βυζαντινών το 936.

Ωστόσο, η στενή σχέση της Βυζαντινής Αυτοκρατορικής αυλής με τους Βαράγγους ξεκίνησε επί της εποχής του Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου, κατά το τελευταίο τέταρτο του 10ου αιώνα. Ο Αυτοκράτορας αντιμετώπιζε τότε σημαντικές απειλές, όχι μόνο από τους Βούλγαρους στον Βορρά, αλλά και από τον ισχυρότατο γαιοκτήμονα της Μικράς Ασίας, Βάρδα Φωκά, ο οποίος, με τη στρατιωτική δύναμη που διέθετε, αλλά και τη συγγένειά του με την προηγούμενη δυναστεία, είχε αποκτήσει τόση δύναμη ώστε στις 14 Σεπτεμβρίου του 987 να ανακηρυχθεί ο ίδιος Αυτοκράτωρ, και να απειλεί ακόμη και την ίδια την πρωτεύουσα.

Τότε ακριβώς ο Βασίλειος αναζήτησε και βρήκε σύμμαχο στο πρόσωπο του πρίγκηπα Βλαδίμηρου του Κιέβου (958 – 1014), ο οποίος αρχικά ονομαζόταν Βάλνταμαρ Σβάιναλντσον, και ήταν πιστός της αρχαίας παγανιστικής θρησκείας. Ο Βλαδίμηρος δέχθηκε να προσφέρει βοήθεια στον Βασίλειο με τον όρο ότι ο Αυτοκράτορας θα του έδινε ως σύζυγο την αδελφή του, πριγκίπισσα Άννα. Μετά το κλείσιμο της συμφωνίας ο ηγεμόνας του Κιέβου έστειλε στον Αυτοκράτορα μια «Ντρούζινα», δηλαδή ένα σώμα Βαράγγων πολεμιστών που αριθμούσε περί τους 6000 άντρες.

Η εικοσιπεντάχρονη τότε Άννα όμως θεωρούσε αδιανόητο μια πορφυρογέννητη πριγκίπισσα να παντρευτεί έναν «βάρβαρο ειδωλολάτρη», και αρνήθηκε, ωθώντας τον Βασίλειο να αθετήσει τη συμφωνία. Ο Βλαδίμηρος πολιόρκησε τη Βυζαντινή πόλη της Χερσώνος (κτισμένη πάνω στην αρχαία Ελληνική αποικία Χερσόνησο της Κριμαίας) και την κατέλαβε, εξαναγκάζοντας τον Βασίλειο να τηρήσει τελικά την υπόσχεσή του, με τους όρους ότι ο Βλαδίμηρος θα εκκένωνε την πόλη και θα βαφτιζόταν Χριστιανός.

Τελικά, ο Βλαδίμηρος βαφτίστηκε και στη συνέχεια παντρεύτηκε την Άννα την Πορφυρογέννητη το 989. Η «Ντρούζινα» των 6000 Βαράγγων πολεμιστών που έστειλε ο Βλαδίμηρος ως βοήθεια στον κουνιάδο του βοήθησε κατά πολύ στο να καταφέρει ο Βασίλειος να καταπνίξει τη στάση του Φωκά κοντά στη Χρυσόπολη (απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, από την πλευρά της Μικράς Ασίας), και στις 13 Απριλίου της ίδιας χρονιάς στη μάχη της Αβύδου, όπου, όταν ο Φωκάς πέθανε από συγκοπή στο πεδίο της μάχης, κυριολεκτικά σφαγίασαν τους πανικόβλητους άνδρες του.

Ο Βασίλειος, ο οποίος, ειδικά μετά την ανταρσία των ισχυρών γαιοκτημόνων της Ανατολίας δεν είχε καμία εμπιστοσύνη στον στρατό του, κράτησε κοντά του τους Βαράγγους που πολέμησαν στη Χρυσόπολη, δημιουργώντας έτσι τον πυρήνα της μετέπειτα Βαράγγιας Φρουράς ή Τάγματος των Βαράγγων.

ΟΙ ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΩΝ

Μεταξύ των μισθοφόρων του 10ου και του 11ου αιώνα ξεχωρίζει αναμφίβολα η περίφημη Φρουρά των Βαράγγων. Σύμφωνα με τον μύθο εμφανίστηκαν κάποτε στην Κωνσταντινούπολη άνδρες ρωμαλέοι, σκληροί πολεμιστές με έφεση στους καυγάδες και το ποτό (μερικές πηγές τους αποκαλούν «κρασοκανάτες») για να υπηρετήσουν «τον μεγάλο Αυτοκράτορα του Βυζαντίου». Η περιοχή προέλευσης τους ήταν η Βόρεια Ευρώπη. Υπάρχουν άφθονα ανέκδοτα και ιστορίες για τα κατορθώματά τους στους μύθους της Ισλανδίας (τα γνωστά sagas) του 12ου και 13ου αιώνα.

Σύμφωνα με μια πρόσφατη εκδοχή, επρόκειτο για πολεμιστές που ήταν περιζήτητοι για την ικανότητά τους να «αναλαμβάνουν κάθε είδους υπηρεσία» μεταξύ αυτών και δολοφονίες. Το όνομά τους, Βαράγγοι, το χρησιμοποιούσαν οι Ρώσοι και μέσω αυτών το υιοθέτησαν οι Βυζαντινοί για να περιγράψουν τους Σκανδιναβούς πολεμιστές. Η ονομασία τους προέρχεται μάλλον από τη Νορβηγική λέξη «Βαρ», που σημαίνει λόγος τιμής και περιγράφει μια ομάδα ανδρών συνδεδεμένη με όρκους και ένα κοινό κώδικα συμπεριφοράς.

Το πιθανότερο είναι πως η περιγραφή αυτή προσομοιάζει με Βίκινγκς μισθοφόρους. Οι Βίκινγκς, Σουηδοί, εγκατεστημένοι στη Ρωσία κυρίως, επισκέφθηκαν για πρώτη φορά την Κωνσταντινούπολη το 838, αφού είχαν ιδρύσει τη Ρωσική ηγεμονία στο Νόβγκοροντ. Το 860, μετά από μια αποτυχημένη επίθεση εναντίον της Βασιλεύουσας, ήλθαν σε συμφωνία με τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, ώστε κάποιοι από αυτούς τους »Ρως», όπως αποκαλούνταν, να υπηρετήσουν στον Βυζαντινό στρατό.

Αν και αυτή η συμφωνία δεν τηρήθηκε, παρόμοιες συμφωνίες έγιναν πιθανόν το 911, το 944 και το 971. Το 911, στην αποτυχημένη προσπάθεια των Βυζαντινών για ανακατάληψη της Κρήτης από τους Άραβες, συμμετείχαν και 700 Ρως ναύτες. Το 955 επίσης, Ρως πολέμησαν εναντίον των Αράβων στη μάχη του Χάνδακα. Ωστόσο, έως την εποχή του Βασιλείου Β΄του Βουλγαροκτόνου, καμία από αυτές τις Ρωσικές μισθοφορικές μονάδες δεν αποτέλεσε μια μόνιμη δύναμη στη διάθεση του Βυζαντινού κράτους.

Το 988 ο Βασίλειος Β΄ ζήτησε βοήθεια από τον πρίγκιπα του Κιέβου Βλαδίμηρο για να υπερασπισθεί τον θρόνο του από τον στασιαστή γαιοκτήμονα Βάρδα Φωκά. Ο Βλαδίμηρος έστειλε 6.000 Βαράγγους. Το εκστρατευτικό σώμα αποβιβάσθηκε στη Χρυσούπολη και συνέτριψε τα στρατεύματα των στασιαστών. Κατά τη διάρκεια της μάχης, ο Φωκάς υπέστη εγκεφαλικό στη θέα των τρομερών Βαράγγων. Πέθανε και ο στρατός του τράπηκε σε φυγή. Σύμφωνα με αφηγήσεις της εποχής οι Βαράγγοι «καταδίωκαν τους πολεμιστές του Φωκά και διασκέδαζαν κόβοντάς τους κομματάκια».

Αυτοί οι «εξαίρετοι μαχητές» ορίστηκαν αμέσως ως σωματοφύλακες του Αυτοκράτορα, γιατί, σύμφωνα με τον Μιχαήλ Ψελλό, ο Βασίλειος «ήξερε τις ύπουλες διαθέσεις των Ρωμαίων (δηλαδή των Βυζαντινών)» τους οποίους δεν μπορούσε να εμπιστευτεί. Το συμπέρασμα ότι οι Βαράγγοι ήταν πιστοί προκύπτει και από τα γραφόμενα της Άννας Κομνηνής, η οποία ανέφερε ότι «τρέφουν μεγάλη πίστη προς τους Αυτοκράτορες και η προστασία τους αποτελεί κάτι σαν οικογενειακή παράδοση για αυτούς, ένα είδος μυστικής συμφωνίας και κληρονομιάς που περνά από γενιά σε γενιά. Αυτή η πίστη παραμένει σταθερή χωρίς ίχνος προδοσίας».

Από τότε και μέχρι τουλάχιστον το 1341 (τελευταία αναφορά σε Βαράγγους) οι σκληροτράχηλοι αυτοί πολεμιστές θα γράψουν τη δική τους ιστορία στα πεδία των μαχών, ως η πλέον επίλεκτη Βυζαντινή στρατιωτική μονάδα. Οι Βυζαντινές πηγές αποκαλούν τους Βαράγγους «πελεκυφόρους βαρβάρους» ή «πελεκυφόρους φρουρούς», λόγω του κύριου όπλου τους, του πέλεκυ. Ωστόσο, το ξίφος πρέπει επίσης να ήταν στις προτιμήσεις τους, καθώς αποκαλούνται «αυτοί που κρεμούν το σπαθί τους στον δεξί τους ώμο».

ΟΙ ΒΑΡΑΓΓΟΙ ΚΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Β’ (976 – 1025)

Παρά το γεγονός ότι Ρως μισθοφόροι, που περιλάμβαναν τόσο Σκανδιναβικά όσο και Σλαβικά στοιχεία, συμμετείχαν σε Βυζαντινές πολεμικές επιχειρήσεις από τις αρχές του 10ου αιώνα, το τάγμα και η μονάδα της Αυτοκρατορικής φρουράς των Βαράγγων συγκροτήθηκαν το 989 με αφορμή τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις στο Βυζάντιο. Το 986, ο Αυτοκρατορικός στρατός υπό την ηγεσία του Βασιλείου Β’ υπέστη βαριά ήττα από το Βούλγαρο ηγεμόνα Σαμουήλ στις Πύλες του Τραϊανού.

Το γεγονός αυτό έκανε εξαιρετικά δύσκολη την καταστολή της επανάστασης του Βάρδα Φωκά, με τον οποίο είχε συνταχθεί σημαντικός αριθμός στρατηγών στη Μικρά Ασία. Για να αντιμετωπίσει τους επαναστάτες, ο Βασίλειος Β’ ζήτησε τη συνδρομή του πρίγκιπα του Κιέβου Βλαδίμηρου, ο οποίος έστειλε στην Κωνσταντινούπολη 6.000 Ρως στρατιώτες προς ενίσχυση του Αυτοκράτορα. Οι στρατιώτες αυτοί συνέβαλαν αποφασιστικά στις νίκες του Βασιλείου Β’ στις μάχες της Χρυσοπόλεως και της Αβύδου το 989, που είχαν αποτέλεσμα τη συντριβή των επαναστατών.

Οι ικανότητες των στρατιωτών αυτών στο πεδίο της μάχης και κυρίως η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους στρατηγούς που προέρχονταν από μεγάλες αριστοκρατικές οικογένειες της Μικράς Ασίας, στους οποίους απέφευγε να δώσει υψηλά στρατιωτικά αξιώματα, οδήγησαν το Βασίλειο Β’ να οργανώσει τους Ρως σε τάγμα του Βυζαντινού στρατού και να ιδρύσει τη μονάδα της Αυτοκρατορικής φρουράς των Βαράγγων που αποτελούνταν αποκλειστικά από Ρως. Μία άλλη αιτία της στρατολόγησης των Βαράγγων είναι η αλλαγή του στρατιωτικού προσανατολισμού της Αυτοκρατορίας.

Από τα τέλη του 9ου με αρχές του 10ου αιώνα, η στρατιωτική οργάνωση του Βυζαντίου έπαψε σταδιακά να έχει αμυντικό προσανατολισμό. Αντιθέτως, από τα μέσα του 10ου αιώνα απέκτησε καθαρά επεκτατικό χαρακτήρα. Συνεπώς μισθοφόροι όπως οι Βάραγγοι, που σε αντίθεση με τους στρατιώτες των επαρχιών βρίσκονταν σε συνεχή ετοιμότητα και ήταν υπό το στενό έλεγχο του θρόνου, κρίθηκαν χρήσιμοι για την πραγματοποίηση της επιθετικής στρατηγικής. Από την άλλη πλευρά, οι γηγενείς στρατιώτες, που κυρίως ήταν εγκατεστημένοι στις επαρχίες, στερούνταν εμπειρίας και πόρων για μακρόχρονες επιχειρήσεις.

Ακολουθήστε το Hellasnow στο twitter

Επίσης συχνά βρίσκονταν υπό την επιρροή φιλόδοξων αριστοκρατών που ανταγωνίζονταν τον Αυτοκράτορα. Αν και δεν αποκλείεται να έλαβαν μέρος σε περισσότερες εκστρατείες του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, η παρουσία των Ρως επιβεβαιώνεται στις επιχειρήσεις του συγκεκριμένου Αυτοκράτορα το 999 στη Συρία, το 1009 – 1010 στην Ιταλία, το 1016 στη Βουλγαρία και το 1021 στη Γεωργία, όπου υπάρχουν μαρτυρίες ότι διέπραξαν θηριωδίες κατά αμάχων. Επίσης, λίγο πριν από το θάνατο του Βασιλείου Β’, Βάραγγοι στάλθηκαν στη Σικελία κατά των Αράβων.

ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Β’ ΕΩΣ ΤΟ 1081

Στην προσπάθειά τους να περιορίσουν την επιρροή των φιλόδοξων μελών της ανώτερης αριστοκρατίας τόσο σε στρατιωτικά όσο και σε πολιτικά ζητήματα, οι διάδοχοι του Βασιλείου Β΄ διατήρησαν τους Βαράγγους και αύξησαν τη στήριξη του στρατού σε ξένους μισθοφόρους. Αναφερόμενος σε μια μονάδα των Βαράγγων που το 1034 βρισκόταν στη Μικρά Ασία, ο ιστορικός Ιωάννης Σκυλίτζης αποτελεί την πρώτη πηγή που χρησιμοποιεί την ονομασία Βάραγγοι αντί για Ταυροσκύθες, Ρως ή πελεκυφόροι.

Την ίδια χρονιά, ήλθε στο Βυζάντιο μαζί με 500 στρατιώτες ο Χάραλντ Χάρντραντα, ίσως ο πιο επιφανής διοικητής των Βαράγγων, καθώς υπήρξε ο μετέπειτα βασιλιάς της Νορβηγίας Χάρολντ Γ΄ (1046 – 1066). Ο ερχομός του αποτελεί ένδειξη του υψηλού κύρους που απολάμβανε το σώμα των Βαράγγων, το οποίο μπορούσε να γίνει ελκυστικό για τους Βορειοευρωπαίους στρατιώτες. Παρότι ένα σημαντικό ποσό απαιτούνταν για να γίνει κανείς δεκτός στη φρουρά των Βαράγγων, η αμοιβές τους ήταν επίσης υψηλές.

Ο Χάραλντ και οι Βάραγγοι συμμετείχαν στις επιχειρήσεις στη Σικελία κατά των Αράβων από το 1038 έως το 1040 και κατά του Πέτρου Δελεάνου στη Βουλγαρία. Η καριέρα του μετέπειτα βασιλιά της Νορβηγίας στο Βυζάντιο τελείωσε το 1042 – 1043, όταν για ασαφείς λόγους έπεσε στη δυσμένεια του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ө΄ Μονομάχου (1042 – 1055). Επίσης, οι Βάραγγοι φέρονται να έπαιξαν ρόλο και στην πολύπλοκη περίοδο των συνεχών συγκρούσεων ανάμεσα στις αριστοκρατικές οικογένειες από το 1042 έως το 1081, στηρίζοντας σχεδόν πάντοτε το θρόνο.

ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΒΑΡΑΓΓΩΝ – ΡΩΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ (860 – 1043)

Οι πρώτες καταγεγραμμένες επαφές των Ρως με το Βυζάντιο ανάγονται στον πρώιμο 9ο αιώνα. Την περίοδο αυτή οι Βάραγγοι έχουν θεμελιώσει την αρχή τους στη Ρωσική ενδοχώρα και διαπλέοντας τη Μαύρη θάλασσα εμφανίζονται προ των πυλών της Κωνσταντινούπολης. Πρόκειται για ληστρικές επιδρομές με συντονισμένη δράση των ιδιόμορφων πολεμικών τους πλοίων, που ήταν λεπτά αλλά ανθεκτικά και ιδιαίτερα ευκίνητα. Οι Βάραγγοι έλκονταν από τη φήμη πλούτου και ευμάρειας που χαρακτήριζε τη μεγαλύτερη τότε πόλη του κόσμου.

Οι ίδιοι ονόμαζαν την Κωνσταντινούπολη Miklagard (Μεγάλη Πόλη) και επεδίωκαν να λεηλατήσουν τους θησαυρούς της. Όλες οι επιθέσεις των Ρως όμως αποκρούστηκαν. Από τον 9ο έως τον 11ο αιώνα οι Ρως επεχείρησαν πέντε φορές να καταλάβουν τη Βασιλεύουσα, αλλά απέτυχαν σε όλες. Η πρώτη επιδρομή πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 860. Ο στόλος των επιτιθεμένων περιελάμβανε διακόσια μονόξυλα, τα οποία οι Βυζαντινές πηγές αναφέρουν ως τροχαντήρια. Ήταν δηλαδή, σκάφη ταχύπλοα, πιθανώς στον τύπο των drakkar, των γνωστών πλοίων των Βίκινγκ.

Ο Βυζαντινός στόλος προέβαλε γενναία άμυνα και με τη συνδρομή του υγρού πυρός έσωσε την πρωτεύουσα από την επίθεση του «Έθνους των Αθέων Ρως». Οι Ρως επανεμφανίζονται το 907, σε μία επιχείρηση της οποίας η ιστορικότητα έχει αμφισβητηθεί από μερικούς Βυζαντινολόγους, καθώς δεν υπάρχουν βάσιμες Βυζαντινές μαρτυρίες για το γεγονός. Σε κάθε περίπτωση ως επικεφαλής της εκστρατείας αυτής φέρεται ο πρίγκηπας Όλεγκ. Η επίθεση αποκρούστηκε, οι Ρως όμως κατάφεραν να αποσπάσουν το 911 από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία μια συνθήκη που αναγνώριζε την ηγεμονία του Κιέβου ως ναυτική δύναμη.

Οι Βυζαντινοί αποδέχονταν κατ’ αυτόν τον τρόπο τη Ρωσική παρουσία στον Εύξεινο Πόντο, θάλασσα που έως τότε ήλεγχαν απόλυτα. Η τρίτη επίθεση κατά του Βυζαντίου πραγματοποιήθηκε το 941 -πιθανώς με τη λήξη της συνθήκης του 911- και ήταν η πλέον επικίνδυνη επιχείρηση έως τότε. Τον Ιούνιο του 941 ισχυρές δυνάμεις του στόλου των Ρως έπλευσαν έως το στόμιο του Βοσπόρου. Ήταν μία συντονισμένη στρατιωτική επιχείρηση για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, καθώς παράλληλα με την κατά μέτωπο ναυτική επίθεση οι Ρως αποβίβασαν πεζούς στρατιώτες στην περιοχή της Βιθυνίας.

Οι Ρωσικές αυτές δυνάμεις, που είχαν ως φανερό σκοπό να προελάσουν στην Κωνσταντινούπολη, επιδόθηκαν σε λεηλασία της περιοχής. Τελικά διαλύθηκαν από τον Βυζαντινό στρατό της Ανατολής με επικεφαλής τον Ιωάννη Κουρκούα, προτού καταστούν σημαντική απειλή. Ο Ρωσικός στόλος επίσης αποκρούστηκε και πάλι με το υγρό πυρ μπροστά από τα τείχη της πόλης. Μάλιστα λίγο πριν αποπλεύσει για να επιστρέψει στις βάσεις του στον Βόρειο Εύξεινο Πόντο δέχθηκε νέα επίθεση των Βυζαντινών, τον Σεπτέμβριο του 941, και καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά.

Νέα επίθεση των Ρως πραγματοποιήθηκε το φθινόπωρο του 944 υπό τις διαταγές του πρίγκηπα Ιγκόρ της ηγεμονίας του Κιέβου. Αυτή τη φορά η επίθεση ήταν χερσαία, καθώς ο Ρωσικός στόλος δεν είχε ανακάμψει μετά την καταστροφική εμπειρία του 941, μόλις τρία χρόνια νωρίτερα. Η επίθεση στα οχυρά του Δούναβη έγινε από Ρως και Πετσενέγους, που είχαν ενώσει τις δυνάμεις τους. Η επίθεση αποκρούστηκε και τελικά ανεστάλη χάρη στη Βυζαντινή διπλωματία. Οι επιδρομείς έλαβαν χρηματικά ποσά, ενώ μεταξύ των δύο πλευρών συνομολογήθηκε νέα συνθήκη.

Ειδικές διατάξεις υποχρέωναν τους Ρως να μην επιτίθενται σε κτήσεις της Αυτοκρατορίας. Η τελευταία επίθεση των Ρως πραγματοποιήθηκε έναν αιώνα μετά, το 1043, όταν οι διπλωματικές σχέσεις των Βυζαντινών με τις ρωσικές ηγεμονίες είχαν πλέον διαταραχθεί.



Loading...